Ταξίδευα, εδώ και κάμποσα χρόνια,
από την Κρήτη για τον Πειραιά με την «Ευαγγελίστρια», ένα ωραίο τρικάταρτο
καράβι.
Η θάλασσα ήταν ήσυχη, ο καιρός ευνοϊκός κι η «Ευαγγελίστρια» έσκιζε τα νερά με τη γρηγοράδα που δίνουν τα πανιά, όταν τα φουσκώνει ο άνεμος. Πλησιάζαμε στον Κάβο – Μαλιά, όταν τα σύννεφα σηκώθηκαν από το νοτιά. Σε λίγο σκοτείνιασε ο ουρανός και αστραπές έσκιζαν τα μαύρα σύννεφα. Οι ναύτες όλοι έτρεξαν στα κατάρτια και στα ξάρτια. Μαζεύτηκαν τα πανιά, αλλά η θάλασσα ήταν αγριεμένη. Τα κύματα πότε άνοιγαν σαν να ήθελαν να ρουφήξουν την «Ευαγγελίστρια», πότε τη σήκωναν ψηλά-ψηλά και την τίναζαν, σαν καρυδότσουφλο. Κι ο άνεμος σφύριζε άγρια στα σκοινιά και στα κατάρτια. Τόση ήταν η ορμή του, που σ’ ένα δυνατό τράνταγμα του καραβιού η σταύρωση στο μεσαίο κατάρτι λύθηκε κι ήταν ανάγκη αμέσως αν δεθεί. Αλλιώς η «Ευαγγελίστρια» κινδύνευε ν’ αναποδογυριστεί. Τη στιγμή εκείνη ο καπετάνιος δε γύρεψε κανέναν από τους ναύτες του. Το μάτι του έπεσε στο μούτσο του καραβιού, ένα παιδί ορφανό, κάπου δεκατεσσάρων χρόνων. Του έδειξε τη σταύρωση, που κρεμόταν από την κεραία, και του είπε: -Γρήγορα πάνω, Νικολή! Έτσι έλεγαν το ναυτόπουλο. -Αμέσως, καπετάνιο, είπε ο Νικολής. Και, σα να ήθελε πρώτα να ετοιμαστεί, κατέβηκε τρέχοντας στην καμπίνα του. Δεν πέρασαν δυο λεπτά και να σου πάλι στο κατάστρωμα ο Νικολής. Με βήματα σταθερά διευθύνεται στο μεσαίο κατάρτι κι αρχίζει ν’ ανεβαίνει τη σκοινένια σκάλα. Έφτασε κιόλας στην κόφα του καταρτιού και πιάστηκε γερά από το κατάρτι.
Ο άνεμος φυσούσε με μανία. Το καράβι έτριζε κι έγερνε πότε στη μια μεριά και πότε στην άλλη. Ο Νικολής πότε κατέβαινε με το κατάρτι ως τα κύματα και κρεμόταν σα σταφύλι και πότε ανέβαινε ψηλά. Εγώ, σαν είδα το παιδί ανεβασμένο εκεί ψηλά, φοβήθηκα πως τώρα θα το αρπάξει ο άνεμος και θα το πετάξει σαν πούπουλο στη θάλασσα. Δε βάσταξα κι είπα θαρρετά στον καπετάνιο: -Γιατί, καπετάνιε, έβαλες το παιδί ν’ ανεβεί εκεί πάνω και δεν πρόσταζες κανέναν από τους ναύτες σου; -Οι μεγάλοι, μου λέει, πέφτουν. Μονάχα οι μικροί είναι γι’ αυτή τη δουλειά. Δεν τον είδες πως σκαρφάλωσε σαν αγριόγατος στο κατάρτι; Κι αλήθεια, ο Νικολής είχε φτάσει κιόλας στην κεραία, έδεσε τα πόδια του το ένα με τ’ άλλο γύρω στο κατάρτι και με τα χέρια πάσχιζε να δέσει τη σταύρωση. Αφού την έδεσε, γλίστρησε μεμιάς και βρέθηκε γελαστός κάτω από το κατάρτι. Ο καπετάνιος τους έριξε μια λοξή ματιά, που φανέρωνε όλη την ευχαρίστησή του. Ο μπαρμπα-Σταμάτης, ο θείος του, τον έβλεπε με καμάρι κι οι άλλοι ναύτες τον κοίταζαν με θαυμασμό.
Η τρικυμία βάσταξε πολλή ώρα. Η «Ευαγγελίστρια» πάλεψε πολύ ακόμη με τα κύματα. Έδωσε όμως ο Θεός κι έπεσε ο άνεμος και γαλήνεψε η θάλασσα. Τότε πλησίασα το Νικολή. -Πώς τα κατάφερες, παιδί μου, του είπα, κι ανέβηκες εκεί ψηλά μέσα σε τόση φουρτούνα; Δε φοβήθηκες; -Βέβαια φοβήθηκα. -Γι’ αυτό λοιπόν, πριν ανεβείς, κατέβηκες κάτω στην καμπίνα σου, για να το καλοσκεφτείς; -Α, όχι γι’ αυτό, κύριε. Κατέβηκα, για ν’ ασπαστώ το εικόνισμα της Παναγίας, που μου έδωσε η μητέρα μου, όταν ξεκινούσα για το ταξίδι. Προσευχήθηκα κι η προσευχή μου έδωσε δύναμη, μου έδιωξε το φόβο. Φίλησα και τη φωτογραφία της μητέρας μου και μου φάνηκε πως μου έλεγε: -Με την ευχή μου, παιδί μου, και με τη βοήθεια του Θεού τρέξε όπου σε προστάζει ο καπετάνιος σου. Τρέξε να σώσεις τη ζωή των άλλων και τη δική σου.
Αναγνωστικό Δ’ Δημοτικού 1978. Γ. Α. Μέγας, Διασκευή από το Αγγλικό. |