Paramythotopos-Παραμύθια, ιστορίες

Ανακοινώσεις

Δαίδαλος και Ίκαρος

Κοντά στο Ηράκλειο της Κρήτης βρίσκονται τα ερείπια της αρχαίας Κνωσού. Εκεί ήταν το παλάτι του μεγάλου Μίνωα. Σήμερα, βέβαια, το παλάτι είναι πολύ χαλασμένο. Κανένα κτίσμα δεν έχει τη στέγη του και λίγοι τοίχοι μένουν όρθιοι. Μ’ όλα αυτά όμως, από το λίγο που διατηρείται, μπορεί κανένας να φανταστεί πόσο μεγάλο και πλούσιο ήταν τότε το παλάτι. Ήταν διώροφο κι είχε πολλά υπόγεια. Λένε πως αυτά ήταν ο περίφημος λαβύρινθος , όπου ζούσε ο Μινώταυρος το φοβερό εκείνο τέρας με κεφάλι ταύρου.

Τα σχέδια του παλατιού τα είχε κάμει ο Δαίδαλος ο Αθηναίος. Αλλά όταν το παλάτι τελείωσε, ο Μίνωας δεν ήθελε ν’ αφήσει το Δαίδαλο να γυρίσει στην πατρίδα του. Τον κράτησε εκεί, για να του φτιάσει κι άλλα ωραία οικοδομήματα, κι έδωσε εντολή να φρουρούν καλά τις ακτές να μη φύγει.

Ο Δαίδαλος όμως ποθούσε την ελευθερία του και μέρα νύχτα δούλευε, για να ξαναγυρίσει στην Αθήνα.

Μια μέρα φώναξε το γιο του τον Ίκαρο στο εργαστήριό του και του έδειξε το τελευταίο έργο του, την τελευταία του εφεύρεση. Ήταν δυο μεγάλα ζευγάρια φτερά σαν των πουλιών.

-Τα βλέπεις; του είπε. Αυτά θα μας πάνε πίσω στην πατρίδα.

Του φόρεσε το ένα ζευγάρι κι ενώ του το στερέωνε στους ώμους με κερί, του μάθαινε πώς να μεταχειρίζεται τα φτερά του.

-Ν’ ανεβαίνεις με τον άνεμο και να κατεβαίνεις με τον άνεμο, σαν τα πουλιά, του έλεγε, και μην πηγαίνει πολύ ψηλά, γιατί θα σου λιώσει ο ήλιος το κερί, ούτε πολύ χαμηλά, γιατί ο αφρός της θάλασσας θα σου βρέξει τα φτερά. Πέτα ήσυχα και ταχτικά σαν την αγριόπαπια. Πήγαινε τώρα και να θυμάσαι τα λόγια μου. Εγώ έρχομαι πίσω σου…

 

Γρήγορα-γρήγορα πέταξε ο Ίκαρος κι ανέβηκε ψηλά στον ουρανό.

-Γίναμε σαν τα πουλιά! φώναζε του πατέρα του, που ακολουθούσε πιο αργά. Ό,τι θέλουμε κάνουμε.

-Ήσυχα και ταχτικά, συμβούλευε ο πατέρας. Μα ο Ίκαρος μόνο που γελούσε. Παίζοντας ανεβοκατέβαινε στον αέρα και φώναζε:

-Για δες τη θάλασσα πως αγριεύει και αφρίζει! Ζηλεύει τα φτερά μας!

Κατέβαινε χαμηλά ως τα κύματα κι έπειτα σαν αστραπή πετιόταν πάλι επάνω γελώντας.

-Ο κόσμος είναι δικός μας! Φώναζε του πατέρα του.

Μα ο Δαίδαλος ανήσυχος τον παρακολουθούσε αδιάκοπα με το βλέμμα του. Ξαφνικά έβγαλε μια φωνή:

-Ίκαρε, γύρνα πίσω!

Τον είδε που ανέβαινε σας αϊτός ως τον ήλιο και τρόμος τον έπιασε. Με καρδιοχτύπι, αλλά και με κρυφή περηφάνια, κοίταζε το γιο του, που όλο ανέβαινε και ψηλότερα, μα κάτι του έσφιγγε την καρδιά και του προμηνούσε κακό.

-Τι τρέλα! Σκεφτόταν.

Ο Ίκαρος όλο και μίκραινε, μόλις φαινόταν τώρα, σαν μαύρη κουκκίδα στο κοκκινόχρυσο φως του ήλιου.

Ξαφνικά όμως άρχισε να χαμηλώνει και να μεγαλώνει στα μάτια του πατέρα. Κι όλο μεγάλωνε, μεγάλωνε...

Ο Δαίδαλος έβγαλε μια φωνή φρίκης!

Τα φτερά, ξεκολλημένα από τους ώμους, κρέμονταν άχρηστα στα χέρια του Ικάρου, που τώρα γκρεμιζόταν βαρύς σαν πέτρα. Όρμισε ο Δαίδαλος να τον πιάσει, μα δεν πρόφτασε. Ο Ίκαρος έπεσε στα κύματα, που τον σκέπασαν…

 

Ώρες πολλές πετούσε ο Δαίδαλος γύρω-γύρω, επάνω από τα νερά, ζητώντας το σώμα του γιου του. Αλλά άδικα. Τέλος έφυγε μακριά. Άλλοι λένε πως πήγε στην Κύμη της Μικράς Ασίας κι άλλοι στη Σικελία, όπου και πέθανε.

Αργότερα οι Ωκεανίδες, οι νεράιδες της θάλασσας, πήραν το σώμα του Ικάρου από τα βάθη, το έφεραν επάνω στα κύματα και το άφησαν κάπου, στην αμμουδερή παραλία ενός νησιού. Εκεί το βρήκε ο Ηρακλής κα το έθαψε σ’ έναν ερημικό τάφο. Η θάλασσα, όπου έπεσε ο Ίκαρος, ονομάστηκε «Ικάριον πέλαγος» και το νησί που θάφτηκε, Ικαρία.

 

Αναγνωστικό Δ΄ Δημοτικού, 1978

Αλεξάνδρα Δέλτα, «Κυψέλη»