Κόκκινη κλωστή κλωσμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δως της κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινήσει. Μια φορά κι έναν καιρό, σε μια μακρινή χώρα, ζούσε μια ευγενικιά, πεντάμορφη κοπέλα, με ολόχρυσα μαλλιά. Μια μέρα, πέρασε έξω από το σπίτι της το βασιλόπουλο της χώρας και σαν είδε την πεντάμορφη Χρυσομαλλούσα, θαμπώθηκαν τα μάτια του από τη λάμψη των μαλλιών της και της είπε: -Χρυσομαλλούσα! Τώρα είμαι περαστικός από δω. Πηγαίνω σε μακρινό ταξίδι. Σαν θα γυρίσω όμως, θα σε πάρω μαζί μου στο παλάτι και τα σε κάνω βασιλοπούλα. Η Χρυσομαλλούσα περίμενε χρόνια να γυρίσει το βασιλόπουλο. Μια μέρα, συνάντησε στο δρόμο της μια φτωχή γυναικούλα. Από τα μάτια της έτρεχαν ποτάμι τα δάκρυα. -Τι έχεις, καλή γυναίκα; τη ρώτησε. -Αχ, έχω το παιδάκι μου άρρωστο και δεν μπορώ να το γιατρέψω γιατί δεν έχω λεπτά να πληρώσω τα φάρμακα και το γιατρό. Η Χρυσομαλλούσα στενοχωρέθηκε που δεν είχε χρήματα να βοηθήσει τη φτωχή, μα ξαφνικά της φώναξε: -Στάσου, περίμενε μια στιγμή. Και η Χρυσομαλλούσα έτρεξε στο σπιτικό της, πήρε ένα ψαλίδι και έκοψε τα χρυσά της μαλλιά. -Να! είπε στην πονεμένη μάνα. Πάρε τα μαλλιά μου. Είναι από καθαρό χρυσάφι. Πούλησέ τα στη χώρα και με τα χρήματα που θα πάρεις θα γιατρέψεις το άρρωστο παιδάκι σου. -Αχ! Γιατί το έκανες αυτό, Χρυσομαλλούσα μου; Είπε κλαίγοντας η γυναίκα. Γιατί έκοψες τα ολόχρυσα μαλλάκια σου; -Δεν πειράζει, είπε η Χρυσομαλλούσα. Πήγαινε στο καλό και φρόντισε το άρρωστο παιδάκι σου. Σε λίγες μέρες, να και το βασιλόπουλο. Γύρισε από το μακρινό του ταξίδι και πήγε να πάρει τη Χρυσομαλλούσα. Σαν την είδε όμως χωρίς τα χρυσά της μαλλιά, της είπε: -Χρυσομαλλούσα, που είναι τα χρυσά σου μαλλάκια; Πώς να σε πάρω τώρα έτσι στο παλάτι; -Δεν πειράζει, είπε η Χρυσομαλλούσα, μη με πάρεις. Και δεν έβγαλε άλλη λέξη από το στόμα της. Το βασιλόπουλο έφυγε πού λυπημένο. Καθώς περπατούσε στο δρόμο, πέρασε μπροστά από ένα μαγαζί που πουλούσαν χρυσαφικά και είδε κρεμασμένες δύο μεγάλες κοτσίδες από ολόχρυσα μαλλιά. -Τι είναι αυτά τα μαλλιά; Ρώτησε το χρυσοχόο. -Αχ, καλό μου βασιλόπουλο, είπε εκείνος. Τα μαλλιά αυτά μου τα έφερε και μου τα πούλησε μια πονεμένη μάνα. Της τα χάρισε η πεντάμορφη Χρυσομαλλούσα για να την βοηθήσει να γιατρέψει το άρρωστο παιδάκι της. Μόλις τα άκουσε αυτά το βασιλόπουλο, έτρεξε πίσω στο σπίτι της Χρυσομαλλούσας. -Χρυσομαλλούσα, της είπε. Συχώρεσέ με που σου φέρθηκα άσχημα. Έμαθα όλη την ιστορία. Μα δε με πειράζει που χάρισες τα χρυσά σου μαλλάκια. Εμένα μου φτάνει η χρυσή σου καρδιά, που είναι γεμάτη καλοσύνη. Έλα μαζί μου στο παλάτι. Και το βασιλόπουλο, πήρε μαζί του τη Χρυσομαλλούσα στο παλάτι. Σε λίγος καιρό έγιναν οι γάμοι. Όλοι οι καλεσμένοι καμάρωναν τη βασιλοπούλα, που τώρα πια δεν είχε τα χρυσά μαλλιά της, μα είχε σαν όλους τους ανθρώπους ξανθιές μεταξένιες πλεξούδες. Ψέματα κι αλήθεια, έτσι ειν’ τα παραμύθια. Ούτε εγώ ήμουν εκεί ούτε σεις να το πιστέψετε.
Σημείωση: Αντιγράφηκε από τα παραμύθια της θείας Λένας. Αυτό το παραμύθι είναι λαϊκό, διασκευασμένο από τη "θεία Λένα". |