Paramythotopos-Παραμύθια, ιστορίες

Ανακοινώσεις

Η συντροφιά των ταξιδιωτών

Ο καημένος ο Γιάννης ήταν πολύ στενοχωρημένος, και αυτό επειδή ο πατέρας του ήταν τόσο άρρωστος, που δεν υπήρχε ελπίδα να ξαναγίνει καλά. Ο Γιάννης καθόταν μόνος με τον άρρωστο πατέρα στο μικρό δωματιάκι, ενώ η λάμπα μόλις έκαιγε, γιατί ήταν αργά το βράδυ.

«Ήσουν καλός γιος, Γιάννη», είπε ο άρρωστος πατέρας, «και ο Θεός θα σε βοηθήσει στις δυσκολίες αυτού του κόσμου». Τον κοίταξε, καθώς μιλούσε, με ένα γλυκό και σοβαρό βλέμμα, αναστέναξε βαθιά και πέθανε, παρόλο που φαινόταν σαν να είναι ακόμη κοιμισμένος.

Ο Γιάννης έκλαψε πικρά. Δεν είχε κανέναν σε ολόκληρο τον κόσμο τώρα, ούτε πατέρα, ούτε μητέρα ή αδερφή ή αδερφό. Φτωχέ Γιάννη! Γονάτισε στο κρεβάτι, φίλησε το χέρι του νεκρού του πατέρα και έκλαψε με πολλά, πολλά πικρά δάκρυα. Τελικά όμως τα μάτια του έκλεισαν και τον πήρε ο ύπνος, με το κεφάλι του να στηρίζεται στο σκληρό πόδι του κρεβατιού. Τότε ονειρεύτηκε ένα περίεργο όνειρο. Ονειρεύτηκε ότι είδε τον ήλιο να λάμπει ακριβώς από πάνω του, και τον πατέρα του να είναι καλά και ζωντανός, και ακόμα ότι τον άκουγε να γελάει όπως συνήθιζε να κάνει όταν ήταν πολύ χαρούμενος. Μία πανέμορφη κοπέλα, με ένα χρυσό στέμμα στο κεφάλι της και μακριά αστραφτερά μαλλιά, του έδωσε το χέρι της, και ο πατέρας του είπε: «Κοίταξε τι νύφη έχεις κερδίσει. Είναι η πιο θαυμαστή κοπέλα σε όλη τη γη». Τότε ξύπνησε και όλα τα όμορφα πράγματα εξαφανίστηκαν μπροστά απ’ τα μάτια του. Ο πατέρας του ήταν πεθαμένος και αυτός ήταν καταμόναχος. Καημένε Γιάννη!

Μέσα στην επόμενη βδομάδα ο νεκρός πατέρας θάφτηκε. Ο γιος περπατούσε πίσω από το φέρετρο που είχε τον πατέρα του, που τόσο πολύ αγάπησε και που δεν θα τον είχε ποτέ πια. Άκουγε το χώμα να πέφτει στο φέρετρο και το παρακολουθούσε μέχρι και η τελευταία του γωνία να χαθεί. Ένιωσε σαν η καρδιά του να είναι έτοιμη να σπάσει, από το βάρος της θλίψης, ώσπου αυτοί που στεκόντουσαν γύρω, έψαλαν έναν ύμνο, και οι γλυκοί και ιεροί ήχοι του γέμισαν τα μάτια με δάκρυα που τον ανακούφισαν. Ο ήλιος έλαμπε με όλη του τη δύναμη κάτω στα καταπράσινα δέντρα, σαν να έλεγε, «Δεν πρέπει να στεναχωριέσαι τόσο πολύ Γιάννη. Βλέπεις τον όμορφο ουρανό, πάνω ψηλά; Ο πατέρας σου είναι εκεί, και προσεύχεται στον γεμάτο αγάπη Πατέρα όλων, για να τα καταφέρεις καλά στο μέλλον».

«Θα είμαι πάντα καλός» είπε ο Γιάννης, «και τότε θα είμαι μαζί με τον πατέρα μου στον ουρανό. Τι χαρά θα είναι τότε, όταν θα ξαναδούμε ο ένας τον άλλον! Πόσα θα έχω να του διηγηθώ και πόσα πράγματα θα μπορεί να μου εξηγήσει για τις χαρές του ουρανού, και να με διδάξει όπως έκανε κι εδώ στη γη. Ω, πραγματικά θα είναι μεγάλη χαρά!»

Το φαντάστηκε τόσο ξεκάθαρα στο μυαλό του, που χαμογέλασε, ενώ τα δάκρυα έτρεχαν από τα μάτια του.

Τα μικρά πουλιά στις καστανιές κελαηδούσαν, «τσίου, τσίου», ήταν τόσο χαρούμενα, παρόλο που είχαν δει την κηδεία, έμοιαζαν σα να ήξεραν ότι ο νεκρός πατέρας ήταν τώρα στον ουρανό και ότι είχε φτερά πιο μεγάλα και πιο όμορφα από τα δικά τους και ότι ήταν χαρούμενος τώρα, επειδή ήταν καλός εδώ στη γη, και ήταν πολύ ευτυχισμένα γι’ αυτό. Ο Γιάννης τα είδε να πετούν μακριά από τα πράσινα δέντρα πέρα στον πλατύ κόσμο και λαχτάρησε να πετάξει μαζί τους, αλλά πρώτα έφτιαξε ένα ξύλινο σταυρό, για να το βάλει στον τάφο του πατέρα του.  Όταν τον πήγε εκεί το απόγευμα, βρήκε τον τάφο στολισμένο με χαλικάκι και λουλούδια. Ξένοι το είχαν κάνει αυτό, όσοι ήξεραν πόσο καλός ήταν ο πατέρας του όσο ζούσε και τον αγαπούσαν πολύ.

Νωρίς το επόμενο πρωί, ο Γιάννης τύλιξε το μικρό του δέμα με τα ρούχα και έβαλε όλα του τα λεφτά, που ήταν πενήντα δολάρια και λίγα σελήνια, στη ζώνη του. Με αυτά ήταν αποφασισμένος να δοκιμάσει την τύχη του στον κόσμο. Αλλά πρώτα, πήγε στην αυλή της εκκλησίας και δίπλα στον τάφο του πατέρα του, έκανε μια προσευχή και είπε «Αντίο».

Καθώς πέρναγε ανάμεσα απ’ τους αγρούς, όλα τα λουλούδια έδειχναν φρέσκα και όμορφα στη ζεστή λιακάδα και κουνούσαν τα κεφαλάκια τους στον άνεμο, σα να ήθελαν να πουν, «Καλώς ήρθες στο πράσινο δάσος, που όλα είναι δροσερά και λαμπρά!».

Τότε ο Γιάννης γύρισε για να δει για τελευταία φορά την παλιά εκκλησούλα, όπου τον είχαν βαφτίσει όταν ήταν μικρός και ο πατέρας του τον πήγαινε κάθε Κυριακή να ακούσει τη Λειτουργία και να παίρνει μέρος στους ύμνους και στους ψαλμούς. Καθώς κοίταζε το παλιό καμπαναριό, διέκρινε τον κωδωνοκρούστη να στέκεται σε ένα από τα στενά ανοίγματα, με το μικρό του κόκκινο σκούφο στο κεφάλι και να κάνει ίσκιο στα μάτια του από τον ήλιο με τη παλάμη του. Ο Γιάννης τον αποχαιρέτησε κουνώντας το χέρι του και ο μικρός κωδωνοκρούστης κούνησε στον αέρα τον κόκκινο σκούφο του, πήγε το χέρι του στην καρδιά και φιλώντας το, το σήκωσε ψηλά πολλές φορές, για να δείξει πόσο τον εκτιμούσε και ότι του ευχόταν ένα πετυχημένο ταξίδι.

Ο Γιάννης συνέχισε το ταξίδι του και σκεφτόταν όλα τα όμορφα πράγματα που θα έβλεπε στον μεγάλο, όμορφο κόσμο, ώσπου τελικά βρέθηκε πιο μακριά από το σπίτι του, απ’ ότι ποτέ πριν. Δεν ήξερε ούτε τα ονόματα των περιοχών που πέρναγε, ενώ μόλις και μετά βίας καταλάβαινε τη γλώσσα των ανθρώπων που συναντούσε, και αυτό γιατί ήταν πολύ μακριά, σε μια ξένη χώρα. Την πρώτη νύχτα κοιμήθηκε σε μια θημωνιά, έξω στα χωράφια, αφού δεν είχε κρεβάτι, αλλά του φαινόταν τόσο ωραίο και αναπαυτικό που ακόμη και ένας βασιλιάς δεν θα ευχόταν για καλύτερο. Ο αγρός, το ρυάκι, η θημωνιά, μαζί με τον γαλάζιο ουρανό από πάνω, έφτιαχναν ένα όμορφο υπνοδωμάτιο. Το πράσινο γρασίδι με τα μικρά κόκκινα και άσπρα λουλουδάκια ήταν το χαλί, οι μεγαλύτεροι θάμνοι και τα άγρια τριαντάφυλλα στη σειρά έμοιαζαν σαν γιρλάντες στους τοίχους και για μπάνιο θα είχε το καθαρό, δροσερό νερό απ’ το ρυάκι, ενώ τα βούρλα έγερναν τα κεφάλια σ’ αυτόν, για να του ευχηθούν καλημέρα και καλό απόγευμα. Το φεγγάρι, σαν μια μεγάλη λάμπα, κρεμόταν ψηλά στο γαλάζιο ταβάνι και δεν υπήρχε κανένας φόβος να βάλει φωτιά στις κουρτίνες. Ο Γιάννης κοιμήθηκε πολύ ωραία εκεί, όλη τη νύχτα, και όταν ξύπνησε, ο ήλιος ήταν ήδη ψηλά και όλα τα πουλιά τραγουδούσαν γύρω του, «Καλημέρα, καλημέρα. Ακόμη δεν σηκώθηκες; Καλημέρα, καλημέρα…»

Ήταν Κυριακή, και οι καμπάνες της εκκλησίας χτυπούσαν. Καθώς οι άλλοι άνθρωποι πήγαιναν προς τα κει, ο Γιάννης τους ακολούθησε. Άκουσε το λόγο του Θεού, συμμετείχε στους ύμνους και άκουσε τον κήρυκα. Του φάνηκε σαν να είναι στην δικιά του εκκλησία, όπου βαφτίστηκε και έψελνε τους ύμνους με τον πατέρα του. Έξω, στον κήπο της εκκλησίας ήταν πολλοί τάφοι, και πάνω τους, μερικοί από αυτούς, είχαν χόρτα που είχαν ψηλώσει πάρα πολύ. Ο Γιάννης σκέφτηκε τον τάφο του πατέρα του, που ήξερε ότι τελικά θα καταλήξει σαν κάποιος απ’ αυτούς, αφού δεν ήταν εκεί για να τον βοτανίζει και να τον προσέχει. Τότε, λοιπόν, άρχισε την δουλειά. Τράβηξε τα ψηλά χόρτα, σήκωσε τους ξύλινους σταυρούς που είχαν πέσει κάτω και αντικατέστησε τα στεφάνια που είχαν φύγει από τη θέση τους, λόγω του ανέμου, ενώ σκεφτόταν όλη την ώρα: «Ίσως κάποιος κάνει το ίδιο για τον τάφο του πατέρα μου, αφού δεν είμαι εγώ εκεί να το κάνω».

Έξω από την εκκλησία στεκόταν ένα γέρος ζητιάνος, που ακουμπούσε στην πατερίτσα του. Ο Γιάννης του έδωσε τα ασημένια του σελήνια και μετά συνέχισε το ταξίδι του, νιώθοντας πιο ανάλαφρος και χαρούμενος από ποτέ. Κατά το απόγευμα, ο καιρός έγινε βροχερός, γι’ αυτό και αυτός έκανε όσο πιο γρήγορα μπορούσε, για να βρει καταφύγιο, αλλά ήταν σκοτεινιασμένα και μόλις που έφτασε σε ένα μοναχικό εκκλησάκι που στεκόταν στο λόφο. «Θα πάω μέσα», είπε, «και θα καθίσω σε μια γωνιά, γιατί είμαι πολύ κουρασμένος και χρειάζομαι ξεκούραση».

Έτσι, πήγε μέσα και κάθισε. Μετά σταύρωσε τα χέρια του, πρόσφερε την απογευματινή του προσευχή και κοιμήθηκε γρήγορα, αρχίζοντας τα όνειρα, όταν ένα μπουμπουνητό αντήχησε και κεραυνός άστραψε. Όταν ξύπνησε, ήταν ακόμη νύχτα, αλλά η καταιγίδα είχε κοπάσει και το φεγγάρι έλαμπε πάνω του από τα παράθυρα. Τότε είδε ένα ανοιχτό φέρετρο να βρίσκεται στη μέση της εκκλησίας, που είχε έναν νεκρό, που περίμενε να ταφεί. Ο Γιάννης δεν ήταν καθόλου φοβητσιάρης, είχε αγαθή συνείδηση και ήξερε ότι ένας νεκρός δεν μπορεί ποτέ να βλάψει κανέναν. Οι ζωντανοί κακοί άνθρωποι είναι αυτοί που βλάπτουν τους άλλους. Δύο τέτοιοι πονηροί άνθρωποι στεκόντουσαν τώρα πάνω από το νεκρό, που ήταν στην εκκλησία για να ταφεί. Οι κακές τους διαθέσεις ήταν να πετάξουν τον καημένο το νεκρό έξω από τη πόρτα της εκκλησίας και να μην τον αφήσουν να αναπαυθεί στο φέρετρό του.

«Γιατί το κάνετε αυτό;», ρώτησε ο Γιάννης, όταν είδε τι ήταν να κάνουν, «είναι πολύ κακό. Αφήστε τον να αναπαυθεί ειρηνικά, για το όνομα του Χριστού!».

«Ανοησίες!», απάντησαν οι δύο τρομεροί άντρες. «Μας εξαπάτησε! μας χρωστούσε λεφτά που δεν μπορούσε να πληρώσει και τώρα είναι νεκρός και δεν θα πάρουμε ούτε πένα. Έτσι θα πάρουμε την εκδίκησή μας και θα τον αφήσουμε σα σκυλί έξω από την πόρτα της εκκλησίας».

«Έχω μόνο πενήντα δολάρια», είπε ο Γιάννης, «είναι ό,τι έχω σ’ αυτόν τον κόσμο, αλλά θα σας τα δώσω αν μου υποσχεθείτε ειλικρινά, ότι θα αφήσετε τον νεκρό σε ειρήνη. Θα μπορέσω να συνεχίσω και χωρίς τα λεφτά, έχω γερό σώμα και ο Θεός θα με βοηθήσει».

«Μα φυσικά» είπαν οι φριχτοί άντρες, «αν πληρώσεις το χρέος του, σου υποσχόμαστε και οι δύο, ότι δεν θα τον αγγίξουμε. Μπορείς να βασίζεσαι σ’ αυτό». Πήραν τα λεφτά που τους πρόσφερε, και αφού τον κορόιδεψαν για την αγαθή του καρδιά, πήραν το δρόμο τους.

Τότε, πήγε το νεκρό σώμα, πίσω στο φέρετρο, του δίπλωσε τα χέρια, το αποχαιρέτησε και έφυγε ευχαριστημένος για το μεγάλο δάσος. Παντού γύρω του μπορούσε να δει τα πιο όμορφα μικρά ξωτικά να χορεύουν στο φεγγαρόφωτο, που πέρναγε μέσα από τα δέντρα. Δεν έμοιαζαν να ενοχλούνται από την παρουσία του, αφού ήξεραν ότι ήταν καλός και άκακος ανάμεσα στους ανθρώπους. Μόνο οι κακοί άνθρωποι δεν μπορούν ποτέ να δουν νεράιδες. Μερικά από αυτά δεν ήταν ψηλότερα από το φάρδος ενός δαχτύλου και φόραγαν χρυσά χτένια στα μακριά τους χρυσά μαλλιά. Χόρευαν δυο-δυο στις μεγάλες σταγόνες της βροχής, που έλαμπαν στα φύλλα και στο ψηλό γρασίδι. Που και που, οι δροσοσταλίδες κυλούσαν και έπεφταν ανάμεσα στους κοτσανάκια του γρασιδιού, γεγονός που προκαλούσε πολύ γέλιο και φασαρία ανάμεσα στα μικρά ανθρωπάκια. Ήταν πολύ γοητευτικό να τα βλέπεις να παίζουν μεταξύ τους. Τότε άρχισαν να λένε τραγούδια και ο Γιάννης θυμήθηκε ότι είχε μάθει αυτά τα όμορφα τραγούδια όταν ήταν μικρό παιδί. Μεγάλες πιτσιλωτές αράχνες με ασημένια στέμματα στα κεφάλια τους, είχαν αναλάβει να υφαίνουν κρεμαστές γέφυρες και παλάτια από φράχτη σε φράχτη, και όταν οι μικρές σταγόνες έπεφταν μέσα, έλαμπαν στο φεγγαρόφωτο σαν λαμπερό γυαλί. Αυτό συνεχίστηκε μέχρι την ανατολή. Τότε τα μικρά ξωτικά γλίστρησαν στα μπουμπούκια των λουλουδιών και όλα έγιναν πάλι όπως πριν.

Καθώς ο Γιάννης άφηνε το δάσος, μια δυνατή, αντρική φωνή τoν φώναξε, πίσω του, «Γεια χαρά σύντροφε, για πού ταξιδεύεις;»

«Για τον απέραντο κόσμο», απάντησε, «είμαι μόνο ένα φτωχό παλικάρι, δεν έχω ούτε πατέρα, ούτε μητέρα, αλλά ο Θεός θα με βοηθήσει!».

«Κι εγώ το έχω βάλει για τον απέραντο κόσμο, επίσης» απάντησε ο ξένος, «μπορούμε να πάμε συντροφιά;»

«Με όλη μου την καρδιά», είπε, και έτσι ξεκίνησαν μαζί. Σύντομα, άρχισαν να συμπαθούν ο ένας τον άλλον, επειδή ήταν και οι δύο καλοί, αλλά ο Γιάννης κατάλαβε ότι ο ξένος ήταν πολύ πιο έξυπνος απ’ αυτόν. Είχε ταξιδέψει σε όλον τον κόσμο και μπορούσε να περιγράψει σχεδόν τα πάντα. Ο ήλιος ήταν ψηλά στον ουρανό, όταν κάθισαν κάτω από ένα μεγάλο δέντρο να φάνε το γεύμα τους και την ίδια στιγμή, μία γριά γυναίκα ήρθε κοντά τους. Ήταν πολύ γριά και σχεδόν διπλωμένη στα δύο. Στηριζόταν σε μια μαγκούρα και βάσταζε στην πλάτη της ένα δεμάτι με ξύλα για την φωτιά, που είχε μαζέψει στο δάσος. Η ποδιά της ήταν δεμένη γύρω-γύρω και ο Γιάννης είδε τρία μεγάλα κλαδιά από φτέρη και μερικά κλαδιά ιτιάς να ξεπροβάλλουν. Μόλις ήρθε κοντά τους, τα πόδια της γλίστρησαν και έπεσε στο χώμα φωνάζοντας δυνατά. Η καημένη, γριά γυναίκα είχε σπάσει το πόδι της! Ο Γιάννης πρότεινε αμέσως, να την σηκώσουν και να πάνε την γριά γυναίκα στην καλύβα της, αλλά ο ξένος άνοιξε το σακίδιό του και έβγαλε από μέσα ένα κουτί, μέσα στο οποίο είπε ότι είχε μια αλοιφή που θα έκανε γρήγορα το πόδι της καλά και δυνατό ξανά, ώστε να μπορεί να περπατήσει μέχρι το σπίτι της, μόνης της, σαν να μην είχε σπάσει το πόδι της ποτέ. Και το μόνο που θα ζητούσε για ανταπόδοση ήταν τα τρία κλαδιά φτέρης που κουβαλούσε στην ποδιά της.

«Αυτή είναι πολύ υψηλή τιμή, που ζητάς», είπε η γριά γυναίκα, κουνώντας το κεφάλι της κάπως περίεργα. Δεν έμοιαζε να ήταν διατιθέμενη να αποχωριστεί τα κλαδιά φτέρης. Ωστόσο, δεν ήταν και τόσο εύκολο να μείνει εκεί με σπασμένο πόδι, έτσι του τα έδωσε, και τέτοια ήταν η δύναμη της αλοιφής, που μόλις της έτριψε το πόδι με αυτήν, η γριά σηκώθηκε όρθια και άρχισε να περπατάει πιο καλά από πριν. Αλλά δυστυχώς, αυτή η υπέροχη αλοιφή, δεν μπορούσε να πάει τότε σε κάποιον χημικό…

«Μα τι μπορείς να κάνεις με αυτά τα τρία κλαδιά;» ρώτησε ο Γιάννης τον συνταξιδιώτη του.

«Ω, μπορούν να γίνουν έξοχες σκούπες», είπε, «και μου αρέσουν επειδή έχω περίεργες ιδιοτροπίες μερικές φορές». Ύστερα άρχισαν να περπατούν μαζί, κάνοντας πολύ δρόμο.

«Πόσο σκοτεινός γίνεται ο ουρανός», είπε ο Γιάννης, «και… κοίταξε αυτά τα παχιά, μεγάλα σύννεφα».

«Αυτά δεν είναι σύννεφα», απάντησε ο συνταξιδιώτης του, «είναι βουνά – μεγάλα και ψηλά βουνά – και στις κορφές τους θα βρισκόμαστε πάνω από τα σύννεφα, στον καθαρό, ελεύθερο αέρα. Πίστεψέ με, είναι υπέροχο να ανεβαίνεις τόσο ψηλά, αύριο θα είμαστε εκεί». Αλλά τα βουνά δεν ήταν τόσο κοντά όσο φαινόντουσαν. Έπρεπε να ταξιδεύσουν μία ολόκληρη μέρα πριν τα φτάσουν και να περάσουν από σκοτεινά δάση και σωρούς από βράχους, τόσο μεγάλους όσο μια πόλη. Το ταξίδι ήταν τόσο κουραστικό, που ο Γιάννης και ο συνταξιδιώτης του σταμάτησαν να ξεκουραστούν σε ένα χάνι, στο δρόμο, έτσι ώστε να πάρουν δύναμη για το ταξίδι του, την επόμενη μέρα. Στο μεγάλο σαλόνι, στο χάνι, ήταν πολλοί άνθρωποι συγκεντρωμένοι, για να δουν μία κωμωδία από κούκλες. Ο θεατρίνος είχε μόλις στήσει το μικρό θεατράκι του και οι άνθρωποι καθόντουσαν γύρω απ’ το δωμάτιο, για να παρακολουθήσουν την παράσταση. Ακριβώς μπροστά, στο καλύτερο μέρος, κάθισε ο χοντρός χασάπης, με ένα μεγάλο μπουλ-ντογκ στο πλευρό του, που έμοιαζε έτοιμο να δαγκώσει. Κοίταζε με καρφωμένα τα μάτια του, όπως και όλοι στο δωμάτιο. Και λοιπόν, η παράσταση άρχισε. Ήταν πολύ καλή, με βασιλιά και βασίλισσα μέσα, που κάθονταν σε έναν υπέροχο θρόνο και φόραγαν χρυσές κορώνες στα κεφάλια τους. Η ουρά απ’ τα φορέματά τους ήταν πολύ μακριά, σύμφωνα με τη μόδα, ενώ οι πιο όμορφες ξύλινες κούκλες, με γυάλινα μάτια και μεγάλα μουστάκια, κάθονταν στις πόρτες, για να τις κλείνουν και να τις ανοίγουν, έτσι ώστε φρέσκος αέρας να μπαίνει στο δωμάτιο. Ήταν μια πολύ ευχάριστη παράσταση, καθόλου θλιβερή, αλλά καθώς η βασίλισσα σηκώθηκε όρθια και περπάτησε πάνω στη σκηνή, το μεγάλο μπουλ-ντογκ, που θα έπρεπε να είχε κρατηθεί πίσω από τον αφέντη του, έκανε έναν πήδο και έπιασε την βασίλισσα στα δόντια του από τον λεπτό της καρπό, ώστε κόπηκε στα δύο. Αυτή ήταν μια φοβερή καταστροφή. Ο φτωχός άνθρωπος που παρουσίαζε τις κούκλες ήταν πολύ ενοχλημένος και λυπημένος για την βασίλισσά του, αφού ήταν η πιο όμορφη κούκλα που είχε, και το σκυλί την είχε κόψει μεταξύ του κεφαλιού και των ώμων. Όταν όμως είχαν φύγει πια όλοι οι άνθρωποι, ο ξένος, που ήρθε μαζί με τον Γιάννη, είπε ότι θα μπορούσε σε λίγο χρόνο να τη ξαναφτιάξει. Και τότε έβγαλε έξω το κουτί του και έτριψε την κούκλα με λίγη από την αλοιφή που είχε θεραπεύσει την γριά γυναίκα όταν έσπασε το πόδι της. Όταν τελείωσε, η κούκλα έγινε πάλι καλά. Το κεφάλι και οι ώμοι ήταν φτιαγμένοι και μπορούσε ακόμη να κουνάει και τα δάχτυλά της. Δεν υπήρχε πια λόγος να τραβάει κάποιος τα σκοινιά, αφού η κούκλα ήταν σαν ζωντανή, εκτός του ότι δεν μπορούσε να μιλήσει. Ο άνθρωπος που του ανήκε το σόου, ήταν χαρούμενος που είχε μια κούκλα που μπορούσε να χορέψει μόνη της χωρίς να τις τραβάνε τα σχοινιά. Καμία από τις άλλες κούκλες δεν μπορούσε να το κάνει αυτό.

Μες στη νύχτα, όταν όλοι στο πανδοχείο είχαν πάει για ύπνο, κάποιος ακουγόταν να αναστενάζει τόσο βαθιά και με τόσο πόνο, και τα αναστενάγματα συνεχιζόντουσαν τόσο πολύ, που όλοι σηκώθηκαν πάνω για να δουν τι μπορούσε να συμβαίνει. Αυτός που είχε το θεατράκι πήγε αμέσως σ’ αυτό και βρήκε ότι προερχόταν από τις κούκλες που όλες βρίσκονταν στο πάτωμα και βογκούσαν θλιβερά κοιτάζοντας με γουρλωμένα τα γυάλινα ματάκια τους. Ήθελαν όλες να τριφτούν με την αλοιφή, έτσι ώστε, σαν την βασίλισσα, να μπορούν κι αυτές να κινούνται μόνες τους. Η βασίλισσα έπεσε στα γόνατα, έβγαλε το όμορφο στέμμα της και κρατώντας το στα χέρια φώναξε: «Πάρτε το από μένα, μόνο τρίψτε τον άντρα μου και τους αυλικούς του».

Ο φτωχός άνθρωπος που είχε το θέατρο, μόλις μετά βίας και δεν έκλαιγε. Ήταν τόσο λυπημένος που δεν μπορούσε να τους βοηθήσει. Τότε αμέσως μίλησε στο συνταξιδιώτη του Γιάννη και του υποσχέθηκε όλα τα λεφτά που θα έβγαζε στην αυριανή παράσταση, αν μπορούσε μόνο να βάλει την αλοιφή σε τέσσερις ή πέντε από τις κούκλες του. Αλλά ο συνταξιδιώτης είπε ότι δεν ήθελε τίποτε άλλο γι’ αντάλλαγμα εκτός από το σπαθί που είχε ο άλλος στη μέση του. Όταν πήρε το σπαθί, άλειψε έξι από τις κούκλες με την αλοιφή και ήταν έτοιμες κατευθείαν να χορέψουν τόσο χαριτωμένα που όλες οι ζωντανές κοπέλες στο δωμάτιο δεν μπορούσαν να τους παραβγούν στο χορό. Ο αμαξάς χόρευε με τον μάγειρα και οι σερβιτόροι με τις καμαριέρες και όλοι οι ξένοι πήραν μέρος στο χορό. Ακόμα και οι τσιμπίδες και το φτυάρι του τζακιού έκαναν μια απόπειρα, αλλά έπεσαν κάτω μετά τον πρώτο πήδο. Έτσι τελικά, ήταν μια πολύ ωραία βραδιά. Το επόμενο πρωί ο Γιάννης και ο σύντροφός του άφησαν το χάνι για να συνεχίσουν το ταξίδι τους ανάμεσα στα μεγάλα πευκοδάση και πάνω απ’ τα ψηλά βουνά. Τελικά έφτασαν σε τέτοιο μεγάλο ύψος, που οι πόλεις και τα χωριά απλωνόντουσαν κάτω τους και τα καμπαναριά απ’ τις εκκλησίες έμοιαζαν με μικρές κουκίδες ανάμεσα στα πράσινα δέντρα. Μπορούσαν να κοιτάξουν για μίλια γύρω, μακριά σε περιοχές που δεν είχαν ποτέ επισκεφτεί και ο Γιάννης είδε πιο πολύ απ’ τον όμορφο κόσμο, απ’ ότι είχε φανταστεί ποτέ. Ο ήλιος έλαμπε φωτεινά στο γαλάζιο θόλο από πάνω και μέσα από τον καθαρό βουνίσιο αέρα ήρθε ο ήχος του βούκινου ενός κυνηγού και οι μαλακές, γλυκές νότες έφεραν δάκρυα στα μάτια του, που δεν μπορούσε να μην αναφωνήσει: «Πόσο καλός και γεμάτος αγάπη είναι ο Θεός, να δίνει όλη αυτήν την ομορφιά και την ευτυχία στον κόσμο, για να μας κάνει χαρούμενους!»

Ο συνταξιδιώτης του στεκόταν με σταυρωμένα τα χέρια, ατενίζοντας το σκοτεινό δάσος και τις πόλεις που λούζονταν στη ζεστή λιακάδα. Εκείνη τη στιγμή ακούστηκε πάνω απ’ τα κεφάλια τους μια γλυκιά μουσική. Κοίταξαν πάνω και ανακάλυψαν ένα μεγάλο, λευκό κύκνο να πετάει στον αέρα και να τραγουδάει όπως δεν τραγούδησε ποτέ πουλί πριν. Αλλά το τραγούδι γινόταν αδύνατο και όλο και πιο αδύνατο, το κεφάλι του πουλιού έγειρε και άρχισε να πέφτει αργά προς τα κάτω, ώσπου έπεσε νεκρό στα πόδια τους.

«Είναι ένα πανέμορφο πουλί» είπε ο ταξιδευτής, «και αυτά τα μεγάλα, άσπρα φτερά αξίζουν πάρα πολλά λεφτά. Θα τα πάρω μαζί μου. Βλέπεις τώρα ότι ένα σπαθί μπορεί να αποδειχτεί πολύ χρήσιμο.»

Έτσι, έκοψε τα φτερά από το νεκρό κύκνο με ένα κτύπημα και τα πήρε μαζί του.

Τώρα, λοιπόν, συνέχιζαν το ταξίδι τους πάνω στα βουνά για πολλά μίλια, ώσπου έφτασαν επιτέλους μια μεγάλη πόλη, που είχε πολλούς πύργους και έλαμπε στον ήλιο σαν ασήμι. Στη μέση της πόλης στέκονταν ένα εκθαμβωτικό, μαρμάρινο παλάτι, με χρυσαφένιες στέγες, στο οποίο κατοικούσε ο βασιλιάς. Ο Γιάννης και ο φίλος του δεν πήγαν κατευθείαν μέσα στη πόλη, παρά σταμάτησαν σε ένα πανδοχείο έξω από την πόλη, για να αλλάξουν τα ρούχα τους, μιας και ήθελαν να φανούν αξιοσέβαστοι καθώς θα περπατούσαν στους δρόμους. Ο πανδοχέας τους είπε ότι ο βασιλιάς ήταν ένας πολύ καλός άνθρωπος που δεν έκανε κακό σε κανέναν, αλλά όσο για την κόρη του… «ο Θεός να μας φυλάει!»

Πραγματικά, ήταν μια κακά πριγκίπισσα. Ήταν πολύ όμορφη – κανείς δεν μπορούσε να είναι πιο κομψός ή όμορφος απ’ αυτήν – αλλά και τι μ’ αυτό; Αφού ήταν μια κακιά μάγισσα και απ’ τη συμπεριφορά της πολλοί ευγενείς, νέοι πρίγκιπες είχαν χάσει τη ζωή τους. Καθένας ήταν ελεύθερος να τη ζητήσει, είτε ήταν πρίγκιπας, είτε ήταν ζητιάνος, δεν την ένοιαζε καθόλου. Θα τον ρωτούσε να μαντέψει τρία πράγματα που θα είχε σκεφτεί και αν πετύχαινε, θα την παντρευόταν και θα γινόταν βασιλιάς σε όλη την χώρα, όταν ο πατέρας της θα πέθαινε, αλλά αν δεν μπορούσε να μαντέψει αυτά τα τρία πράγματα, τότε διέταζε να κρεμαστεί ή να του κόψουν το κεφάλι. Ο γέρος βασιλιάς, ο πατέρας της, ήταν πολύ πικραμένος από τη συμπεριφορά της, αλλά δεν μπορούσε να την εμποδίσει από το να είναι το κακιά, επειδή κάποτε είχε πει ότι δεν θα έχει πλέον καμιά δουλειά με αυτούς που την αγαπούσαν και ότι μπορούσε να κάνει όπως της αρέσει. Κάθε πρίγκιπας που ήρθε και δοκίμασε τις τρεις μαντεψιές, έτσι ώστε να μπορεί να παντρευτεί την πριγκίπισσα, τελικά δεν τις έβρισκε και όλοι είχαν κρεμαστεί ή αποκεφαλιστεί. Βέβαια, είχαν όλοι ειδοποιηθεί και θα μπορούσαν να την άφηναν ήσυχη αν ήθελαν. Ο γέρος βασιλιάς ήταν τόσο στενοχωρημένος με όλες αυτές τις φρικτές καταστάσεις, ώστε κάθε μέρα για ένα χρόνο, αυτός και οι στρατιώτες του, έπεφταν στα γόνατα και προσευχόντουσαν να γίνει η πριγκίπισσα καλή, μα αυτή συνέχιζε, ακόμη πιο κακιά από πριν.

«Τι φοβερή πριγκίπισσα!» είπε ο Γιάννης, «θα της άξιζε να μαστιγωθεί γι’ αυτά. Αν ήμουν εγώ ο γέρος βασιλιάς, θα την τιμωρούσα με κάποιον τρόπο.»

Εκείνη τη στιγμή άκουσαν τους ανθρώπους έξω να φωνάζουν, «Ζήτω!» και κοιτάζοντας έξω, είδαν την πριγκίπισσα να περνάει και ήταν πραγματικά τόσο όμορφη που όλοι ξέχασαν την κακία της και φώναξαν «Ζήτω!». Είκοσι όμορφες κοπέλες σε λευκά, μεταξωτά φορέματα, κρατώντας χρυσές τουλίπες στα χέρια τους, ήταν πλάι της σε ανθρακιά άλογα. Η πριγκίπισσα είχε ένα χιονόλευκο άτι, στολισμένο με διαμάντια και ρουμπίνια. Το φόρεμά της ήταν από χρυσαφένια κλωστή και το καμουτσίκι που κράταγε στο χέρι της έμοιαζε σαν ηλιαχτίδα. Το χρυσό στέμμα, στο κεφάλι της λαμποκοπούσε σαν τα άστρα στον ουρανό, και ο μανδύας της ήταν φτιαγμένος από χιλιάδες φτερά πεταλούδων, ραμμένα μαζί. Και όμως, αυτή η ίδια ήταν πιο όμορφη απ’ όλα.

Όταν ο Γιάννης την είδε, το πρόσωπό του έγινε κόκκινο σαν σταγόνα από αίμα και μόλις μετά βίας μπορούσε να αρθρώσει λέξη. Η πριγκίπισσα έμοιαζε ακριβώς με την όμορφη κοπέλα, με το χρυσό στέμμα που είχε ονειρευτεί, τη νύχτα που πέθανε ο πατέρας του. Του φαινόταν τόσο θαυμάσια που δεν μπορούσε να μην την αγαπήσει.

«Δεν μπορεί να είναι αλήθεια», σκέφτηκε, «ότι είναι, πράγματι, μια κακιά πριγκίπισσα που διέταξε τους ανθρώπους να κρεμαστούν ή να τους κόψουν τα κεφάλια, αν δεν μάντευαν τις σκέψεις της. Οποιοσδήποτε έχει την άδεια να πάει και να ζητήσει το χέρι της, ακόμα και ο φτωχότερος ζητιάνος. Θα κάνω μια επίσκεψη στο παλάτι», είπε, «πρέπει να πάω, δεν γίνεται αλλιώς».

Τότε, όλοι τον συμβούλεψαν να μην το δοκιμάσει, επειδή ήταν σίγουρο ότι θα μοιραστεί την ίδια τύχη με τους υπόλοιπους. Ο συνταξιδιώτης του, επίσης, προσπάθησε να τον μεταπείσει, αλλά ο Γιάννης έδειχνε σχεδόν σίγουρος για την επιτυχία του. Βούρτσισε τα παπούτσια και το παλτό του, έπλυνε το πρόσωπό του και τα χέρια του, χτένισε τα απαλά, κατάξανθα μαλλιά του και τότε πήγε μόνος μέσα στη πόλη και περπάτησε προς το παλάτι.

«Περάστε», είπε ο βασιλιάς, όταν ο Γιάννης χτύπησε την πόρτα. Ο Γιάννης την άνοιξε, και ο γέρος βασιλιάς, με το βραδινό του πανωφόρι και τις κεντητές παντόφλες, ήρθε κοντά του. Είχε ένα στέμμα στο κεφάλι του και κράταγε με το ένα χέρι το σκήπτρο και με το άλλο μια σφαίρα. «Περίμενε λίγο», είπε κι έβαλε τη σφαίρα κάτω από το μπράτσο του, έτσι ώστε να μπορεί να προσφέρει το άλλο του χέρι στον Γιάννη. Μα όταν κατάλαβε ότι ο Γιάννης ήταν ένας άλλος μνηστήρας, άρχισε να κλαίει τόσο πονεμένα και δυνατά, ώστε και η σφαίρα και το σκήπτρο του έπεσαν απ’ το χέρι και ήταν αναγκασμένος να σκουπίζει τα δάκρυά του με τον μανδύα του. Καημένε γερο-βασιλιά! «Ας την μόνη της!», είπε, «θα τα πας τόσο άσχημα όσο και οι άλλοι. Έλα, θα σου δείξω». Τότε, τον οδήγησε έξω στους κήπους της πριγκίπισσας και εκεί είδε ένα τρομερό θέαμα. Σε κάθε δέντρο, κρεμόντουσαν τρεις ή τέσσερις γιοι βασιλιάδων που είχαν ζητήσει σε γάμο την πριγκίπισσα αλλά δεν κατάφεραν να μαντέψουν τα αινίγματα που τους έδωσε. Πραγματικά ήταν ένα φρικτό θέαμα. Ήταν ένας πένθιμος κήπος για μια πριγκίπισσα. «Το βλέπεις όλο αυτό;» είπε ο γέρος βασιλιάς, «η τύχη σου θα είναι η ίδια με αυτών που είναι εδώ, γι’ αυτό μην το δοκιμάσεις. Πραγματικά με κάνεις πολύ δυστυχισμένο, -αυτά τα πράγματα τα παίρνω πολύ βαριά στην καρδιά.».

Ο Γιάννης φύλησε το χέρι του γέρου βασιλιά και είπε ότι ήταν σίγουρος ότι όλα θα πάνε καλά, γιατί ήταν σχεδόν γοητευμένος με την πανέμορφη πριγκίπισσα. Τότε η πριγκίπισσα, η ίδια, ήρθε πάνω στ’ άλογό της, στον κήπο του παλατιού με όλες της υπηρέτριες και είπε την «Καλημέρα» της. Φαινόταν εξαιρετικά όμορφη και αγαπητή όταν πρόσφερε το χέρι της στον Γιάννη, και αυτός την αγάπησε πιο πολύ από ποτέ. Πώς ήταν δυνατόν να είναι μια κακιά μάγισσα, όπως πίστευε ο κόσμος; Την συνόδευσε μέχρι τον διάδρομο και οι μικροί υπηρέτες υποδοχής, τους πρόσφεραν μελόψωμο με καρύδι και ζαχαρωτά, αλλά ο βασιλιάς ήταν τόσο στενοχωρημένος που δεν μπορούσε να φάει τίποτε, και επιπλέον τα καρύδια ήταν πολύ σκληρά για τα δόντια του. Αποφασίστηκε ότι ο Γιάννης θα ερχόταν στο παλάτι την επόμενη μέρα, όταν οι κριτές και όλοι οι σύμβουλοι θα ήταν παρόντες, για να προσπαθήσει, αν μπορέσει, να μαντέψει τον πρώτο γρίφο. Αν πετύχαινε, θα έπρεπε να έρθει και δεύτερη φορά αλλά αν όχι, θα έχανε τη ζωή του – και κανείς δεν είχε μπορέσει ποτέ να μαντέψει σωστά, έστω και μια φορά. Ωστόσο, ο Γιάννης δεν ανησυχούσε καθόλου για το αποτέλεσμα της προσπάθειάς του, αντίθετα, ήταν πολύ χαρούμενος. Σκεφτόταν μόνο τη πανέμορφη πριγκίπισσα και πίστευε ότι με κάποιον τρόπο θα είχε βοήθεια, αλλά το πώς δεν το ήξερε και δεν του άρεσε να το σκέφτεται, έτσι χόρευε στο δρόμο, καθώς γύρναγε πίσω στο χάνι, όπου είχε αφήσει τον συνταξιδιώτη του να τον περιμένει. Ο Γιάννης δεν μπορούσε να μην του πει πόσο πρόσχαρη ήταν η πριγκίπισσα και πόσο όμορφη έδειχνε. Λαχταρούσε την επόμενη μέρα τόσο πολύ για να πάει στο παλάτι και να δοκιμάσει την τύχη του μαντεύοντας τους γρίφους. Αλλά ο σύντροφός του κούνησε το κεφάλι του και έδειχνε πολύ θλιμμένος. «Κι εγώ σου εύχομαι να τα πας καλά», του είπε, «θα συνεχίζαμε μαζί πολύ ακόμα και τώρα μπορεί και να σε χάσω, αχ, φτωχέ και ταλαίπωρε Γιάννη! Θα έχυνα δάκρια αλλά δεν θέλω να σε κάνω δυστυχισμένο την τελευταία νύχτα που μπορεί να είμαστε μαζί. Θα είμαστε χαρούμενοι, πραγματικά χαρούμενοι αυτό το απόγευμα. Αύριο, αφού φύγεις, θα είμαι ελεύθερος να κλάψω ανενόχλητος.»

Μαθεύτηκε πολύ γρήγορα στους πολίτες της πόλης, ότι άλλος ένας μνηστήρας είχε φτάσει για την πριγκίπισσα και γι’ αυτό υπήρξε μεγάλος θρήνος. Το θέατρο έμεινε κλειστό και ο βασιλιάς με τους ιερείς έπεσαν στα γόνατα, στην εκκλησία. Υπήρχε μεγάλος θρήνος, αφού κανείς δεν περίμενε από τον Γιάννη να τα καταφέρει καλύτερα από αυτούς που είχαν έρθει πριν απ’ αυτόν.

Το απόγευμα ο φίλος του Γιάννη ετοίμασε ένα μεγάλο μπολ με ποντς και είπε, «Ας διασκεδάσουμε τώρα και ας πιούμε στην υγειά της πριγκίπισσας». Αλλά αφού ήπιε δύο ποτήρια, ο Γιάννης νύσταξε τόσο πολύ, που δεν μπορούσε να κρατήσει τα μάτια του ανοιχτά, και έπεσε γρήγορα αποκοιμισμένος. Τότε ο συνταξιδιώτης του, τον σήκωσε απαλά από την καρέκλα και τον έβαλε στο κρεβάτι, και μόλις έγινε νύχτα, πήρε τα δύο μεγάλα φτερά που είχε κόψει από το νεκρό κύκνο και τα έδεσε σφιχτά στους ώμους του. Μετά έβγαλε από τον σάκο του το μεγαλύτερο από τα τρία κλαδιά που είχε πάρει από την γριά γυναίκα, που είχε πέσει και σπάσει το πόδι της. Τελικά, άνοιξε το παράθυρο και πέταξε μακριά πάνω από την πόλη, κατευθείαν προς το παλάτι, και έκατσε σε μια γωνιά, κάτω απ’ το παράθυρο που κοίταζε στο δωμάτιο της πριγκίπισσας.

Η πόλη ήταν τελείως ήσυχη όταν τα ρολόγια έδειξαν δώδεκα παρά τέταρτο. Τότε το παράθυρο άνοιξε και η πριγκίπισσα, που είχε μαύρα φτερά στους ώμους της και έναν μακρύ άσπρο μανδύα, πέταξε μακριά, πάνω από την πόλη, προς ένα ψηλό βουνό. Ο συνταξιδιώτης, που είχε κάνει τον εαυτό του αόρατο, έτσι που δεν μπορούσε να τον δει, πέταξε πίσω της στον αέρα και χτύπαγε την πριγκίπισσα με το κλαδί, ώστε έβγαινε και αίμα, όπου την χτύπαγε. Ήταν πράγματι μια περίεργη πτήση στον αέρα! Ο άνεμος έκανε τον μανδύα της να απλώνεται σαν μεγάλο πανί καραβιού και το φεγγάρι έφεγγε πάνω του. «Μα ρίχνει χαλάζι, αυτό είναι σίγουρο!» έλεγε η πριγκίπισσα σε κάθε χτύπημα από το κλαδί και πραγματικά! της έπρεπε αυτό που πάθαινε!

 Τελικά έφτασε στην πλαγιά του βουνού, και χτύπησε με το χέρι της. Το βουνό άνοιξε με ένα θόρυβο σαν πολλές βροντές, η μία μετά την άλλη, και η πριγκίπισσα μπήκε μέσα. Ο ταξιδιώτης την ακολούθησε και κανείς δεν μπορούσε να τον δει, αφού είχε γίνει αόρατος. Πέρασαν από ένα φαρδύ και μακρύ πέρασμα. Χιλιάδες γυαλιστερές αράχνες έτρεχαν εδώ κι εκεί στους τοίχους, κάνοντάς τους να λάμπουν, σα να φωτίζονταν από φωτιά. Μετά μπήκαν σε ένα μεγάλο διάδρομο φτιαγμένο από χρυσό κι ασήμι. Στους τοίχους φαινόντουσαν μεγάλα κόκκινα και γαλάζια λουλούδια, μοιάζοντας με ηλίανθους στο μέγεθος, αλλά κανείς δεν θα τολμούσε ποτέ να τα κόψει, γιατί στους μίσχους τους βρισκόντουσαν φοβερά δηλητηριώδη φίδια και τα λουλούδια ήταν φλόγες φωτιάς, που ξεπετάγονταν μέσα απ’ τα δόντια τους. Λαμπερές πυγολαμπίδες σκέπαζαν το ταβάνι και γαλάζιες νυχτερίδες φτεροκοπούσαν με τα διάφανά τους φτερά. Όλο αυτό το μέρος είχε μία τρομακτική θέα. Στη μέση του πατώματος, έστεκε ένας θρόνος πάνω σε τέσσερις σκελετούς αλόγων. Ο θρόνος ήταν φτιαγμένος από γυαλί, με το χρώμα που έχει το γάλα, και τα μαξιλάρια ήταν μικρά μαύρα ποντίκια, που το ένα δάγκωνε την ουρά του άλλου. Στο θρόνο καθόταν ένας γέρος μάγος με ένα στέμμα στο άσχημο κεφάλι του και ένα σκήπτρο στο χέρι. Φίλησε την πριγκίπισσα στο μέτωπο, την έβαλε να κάτσει δίπλα του στον εκθαμβωτικό του θρόνο και τότε η μουσική άρχισε. Μεγάλες, μαύρες αράχνες έπαιζαν ένα όργανο με το στόμα, και μια κουκουβάγια κτυπούσε την κοιλιά της αντί για τύμπανο. Ήταν ένα γελοίο θέαμα. Μικροί, μαύροι καλικάτζαροι με ψεύτικα φωτάκια στα σκουφιά τους χόρευαν στο διάδρομο, αλλά και πάλι κανείς δεν μπορούσε να δει τον ταξιδιώτη που είχε καθίσει ακριβώς πίσω απ’ το θρόνο, ώστε να μπορεί να δει και ν’ ακούσει τα πάντα. Οι αυλικοί που ήρθαν μετά έμοιαζαν ευγενείς και επιβλητικοί αλλά οποιοσδήποτε με την κοινή λογική θα μπορούσε να δει ότι ήταν μόνο σκουπόξυλα, με λάχανα για κεφάλια. Ο μάγος τους είχε δώσει ζωή και τα είχε ντύσει με κεντητές φορεσιές. Ήταν ότι έπρεπε, αφού το μόνο που τους ήθελε ήταν για σόου. Αφού χόρεψαν λίγο, η πριγκίπισσα είπε στο μάγο ότι είχε ένα νέο μνηστήρα και τον ρώτησε τι σκεφτόταν να πει σ’ αυτόν, να μαντέψει, όταν θα ερχόταν το άλλο πρωί στο κάστρο.

«Άκουσε τι θα σου πω», είπε ο μάγος, «πρέπει να διαλέξεις κάτι πολύ εύκολο και τότε θα είναι λιγότερο πιθανό να το μαντέψει. Σκέψου ένα από τα παπούτσια σου, ποτέ δε θα φανταστεί κάτι τέτοιο. Τότε κόψε του κεφάλι κι έλα να μου το πεις.»

Η πριγκίπισσα έκανε μια υπόκλιση μέχρι κάτω, και είπε ότι δεν θα το ξεχάσει.

Τότε ο μάγος άνοιξε το βουνό κι αυτή πέταξε πίσω στο σπίτι της ξανά, αλλά ο ταξιδιώτης την ακολούθησε και τις έριξε τόσες πολλές βουρδουλιές που βαριανάσαινε από την καταιγίδα, όπως νόμιζε, κι έκανε όσο γρήγορα μπορούσε να φτάσει πίσω στο κρεβάτι της απ’ το παράθυρο. Τότε ο ταξιδιώτης επέστρεψε στο πανδοχείο, όπου ο Γιάννης ακόμα κοιμόταν, έβγαλε τα φτερά του και ξάπλωσε στο κρεβάτι, μιας και ήταν πολύ κουρασμένος. Νωρίς το πρωί ο Γιάννης ξύπνησε και όταν ο συνταξιδιώτης του σηκώθηκε, είπε ότι είχε ένα πολύ όμορφο όνειρο για την πριγκίπισσα και το παπούτσι της, έτσι συμβούλεψε το Γιάννη να τη ρωτήσει αν είχε σκεφτεί το παπούτσι της. Βέβαια ο ταξιδιώτης το ήξερε αυτό απ’ αυτά που είπε ο μάγος στο βουνό.

«Αυτό, λοιπόν, θα πω οπωσδήποτε», είπε ο Γιάννης. «Μπορεί το όνειρό σου να βγει αληθινό, παρόλα αυτά σου ξαναλέω αντίο, γιατί αν δε μαντέψω σωστά δεν θα σε ξαναδώ ποτέ.»

Τότε, αφού αγκαλιάστηκαν, ο Γιάννης πήγε στην πόλη και περπάτησε προς το παλάτι. Ο μεγάλος διάδρομος ήταν γεμάτος κόσμο, και οι κριτές ήταν στις πολυθρόνες τους, με πουπουλένια μαξιλάρια για να ξεκουράζουν σ’ αυτά το κεφάλι τους, αφού είχαν πολύ να σκεφτούν. Ο γέρος βασιλιάς στεκόταν παραδίπλα, σκουπίζοντας τα μάτια του με το άσπρο μαντίλι του. Όταν μπήκε η πριγκίπισσα, έδειχνε ακόμη πιο όμορφη, απ’ ότι φαινόταν την προηγούμενη μέρα και τους χαιρέτησε όλους τους παρόντες πολύ χαριτωμένα, αλλά στο Γιάννη έδωσε το χέρι της και του είπε, «Καλή σου μέρα.».

Τώρα ήταν η ώρα του Γιάννη να μαντέψει τι σκεφτόταν η πριγκίπισσα, και ω! πόσο ευγενικά τον κοίταξε καθώς του μίλησε. Μα όταν είπε μια μοναχά λέξη, τη λέξη «παπούτσι», αυτή χλόμιασε σα φάντασμα. Όλη η σοφία της δεν μπορούσε να τη βοηθήσει, αφού αυτός είχε μαντέψει σωστά. Πόσο χαρούμενος έγινε ο βασιλιάς! Ήταν κάπως αστείο να τον βλέπεις να χοροπηδά γύρω-γύρω. Όλοι οι άνθρωποι χειροκρότησαν τον Γιάννη, που είχε μαντέψει σωστά την πρώτη φορά. Ο συνταξιδιώτης του, χάρηκε κι αυτός, όταν έμαθε πόσο καλά τα πήγε ο Γιάννης. Ο Γιάννης, όμως, σταύρωσε τα χέρια του και ευχαρίστησε το Θεό, που ένοιωθε σχεδόν σίγουρος ότι θα τον βοηθούσε ξανά, και ήξερε ότι έπρεπε να μαντέψει σωστά κι άλλες δυο φορές. Το απόγευμα πέρασε ευχάριστα όπως και το προηγούμενο. Ενώ ο Γιάννης κοιμόταν, ο φίλος του πέταξε πίσω απ’ την πριγκίπισσα στο βουνό, και την χτύπαγε χειρότερα από πριν, αυτήν την φορά παίρνοντας δυο κλαδιά μαζί του. Κανείς δεν τον είδε να την ακολουθεί και αυτός άκουσε όλα όσα λέγονταν. Η πριγκίπισσα, αυτήν τη φορά, ήτανε να σκεφτεί ένα γάντι και αυτός το είπε πάλι στον Γιάννη σα να το είχε ακούσει σ’ ένα όνειρο. Γι’ αυτό το λόγο, την επόμενη μέρα, μάντεψε σωστά για δεύτερη φορά και έφερε μεγάλη χαρά στο παλάτι. Όλο το συμβούλιο πήδηξαν μέχρι απάνω, όπως είχαν δει και το βασιλιά να κάνει τη προηγούμενη μέρα, αλλά η πριγκίπισσα είχε μείνει στον καναπέ και δεν μπορούσε να πει ούτε λέξη. Τώρα όλα εξαρτιόνταν από τον Γιάννη. Αν μάντευε σωστά και την τρίτη φορά, θα παντρευόταν την πριγκίπισσα και θα βασίλευε σε όλο το βασίλειο μετά το θάνατο του γέρου βασιλιά, αλλά αν έκανε λάθος, θα έχανε τη ζωή του, και ο μάγος θα ήταν κατευχαριστημένος. Αυτό το απόγευμα ο Γιάννης είπε τις προσευχές του και πήγε να κοιμηθεί πολύ νωρίς. Πολύ σύντομα τον πήρε ένας γλυκός ύπνος. Αλλά ο σύντροφός του έδεσε τα φτερά στους ώμους του, πήρε τα τρία κλαδιά, και με το ξίφος στη μέση του, πέταξε για το παλάτι. Ήταν μια πολύ σκοτεινή νύχτα και τόσο βροχερή που τα κεραμίδια έφευγαν απ’ τις σκεπές των σπιτιών και έφταναν στο δρόμο. Άστραψε δυνατά και ακολούθησε μια μακρόσυρτη βροντή και αυτό συνεχίστηκε όλη τη νύχτα. Το παράθυρο του κάστρου άνοιξε και η πριγκίπισσα πέταξε έξω. Ήταν χλωμή σαν πεθαμένη, αλλά αψήφησε την καταιγίδα σα να μην ήταν αρκετά δυνατή. Ο άσπρος της μανδύας ανέμιζε στον αέρα σαν μεγάλο πανί πλοίου και ο ταξιδιώτης την χτυπούσε με τα τρία κλαδιά, μέχρι που το αίμα έτρεχε κάτω και μπορούσε μόλις να πετάξει. Παρόλα αυτά συνέχισε μέχρι το βουνό και μόλις έφτασε είπε: «Τι φοβερή καταιγίδα!» και μπήκε μέσα, «δεν είχα βρεθεί ποτέ μου σε τέτοιον κακό καιρό.» συμπλήρωσε.

Η πριγκίπισσα συνάντησε το μάγο και του είπε ότι ο Γιάννης μάντεψε σωστά και τη δεύτερη φορά, και αν πετύχαινε και το επόμενο πρωί, θα νικούσε και δεν θα μπορούσε ποτέ πια να έρχεται στο βουνό ή να κάνει μάγια όπως έκανε μέχρι τώρα και γι’ αυτό ήταν στεναχωρημένη. «Θα σου βρω κάτι να σκεφτείς, που δεν θα μπορέσει ποτέ να μαντέψει, εκτός πια και είναι τόσο μεγάλος μάγος σαν εμένα. Αλλά ας χαρούμε τώρα!»

Τότε πήρε την πριγκίπισσα από τα χέρια και χόρεψαν μαζί με όλους τους μικρούς καλικάτζαρους και όλα τα κολοκυθοφάναρα στο δωμάτιο. Οι κόκκινες αράχνες πηδάγαν εδώ κι εκεί στους τοίχους χαρούμενες και τα λουλούδια της φωτιάς φαίνονταν σαν να πετούν σπίθες. Η κουκουβάγια χτυπούσε το τύμπανο, οι γρύλοι σφύριζαν και οι ακρίδες έκαναν διάφορους ήχους με το στόμα τους. Ήταν ένα χορός για γέλια. Αφού χόρεψαν αρκετά, η πριγκίπισσα ήταν υποχρεωμένη να πάει σπίτι, από φόβο μήπως λείψει απ’ το παλάτι. Ο μάγος προσφέρθηκε να πάει μαζί της, για να είναι παρέα οι δυο τους στο δρόμο. Έτσι, πέταξαν μακριά μέσα σ’ αυτόν τον άσχημο καιρό και ο ταξιδιώτης τους ακολουθούσε και έσπασε και τα τρία κλαδιά στους ώμους τους. Ο μάγος δεν είχε βρεθεί ποτέ του σε μία τόσο φοβερή καταιγίδα, όσο αυτή. Κοντά στο παλάτι, ο μάγος σταμάτησε για να πει αντίο στην πριγκίπισσα και της ψιθύρισε στο αυτί, «Αύριο, σκέψου το κεφάλι μου».

Αλλά ο ταξιδιώτης το άκουσε και όταν η πριγκίπισσα γλίστρησε από το παράθυρο στο δωμάτιό της και ο μάγος γύρισε για να πετάξει πίσω στο βουνό, τον βούτηξε από τα μακριά μαύρα γένια του και με το σπαθί, έκοψε το κεφάλι του κακού μάγου, έτσι ώστε να μην δει ούτε καν ποιος ήταν. Πέταξε το υπόλοιπο σώμα στη θάλασσα, στα ψάρια, και βούτηξε το κεφάλι στο νερό, το τύλιξε σε ένα μεταξωτό πανί, το πήρε μαζί του στο πανδοχείο, και ύστερα έπεσε για ύπνο. Το επόμενο πρωί, έδωσε στον Γιάννη το πανί και του είπε να μην το ξετυλίξει, μέχρις ότου η πριγκίπισσα τον ρωτήσει τι σκέφτεται. Ήταν τόσοι πολλοί άνθρωποι στο μεγάλο διάδρομο του παλατιού, που στεκόντουσαν τόσο κολλητά, σαν τα ραπανάκια στο μάτσο. Το συμβούλιο έκατσε στις πολυθρόνες του με τα άσπρα μαξιλαράκια. Ο γέρος βασιλιάς φορούσε καινούρια στολή και το χρυσό στέμμα του και το σκήπτρο είχαν γυαλιστεί, ώστε έδειχνε πολύ σοφός. Αλλά η πριγκίπισσα ήταν πολύ χλωμή και φορούσε ένα μαύρο φόρεμα, σα να πήγαινε σε κηδεία.

«Τι έχω σκεφτεί;» ρώτησε η πριγκίπισσα τον Γιάννη. Αυτός αμέσως ξετύλιξε το πανί και τρόμαξε κι ο ίδιος όταν είδε το κεφάλι του κακάσχημου μάγου. Όλοι ανατρίχιασαν, γιατί ήταν φοβερό θέαμα αλλά η πριγκίπισσα καθόταν σαν άγαλμα και δεν μπορούσε να πει ούτε λέξη. Επιτέλους, σηκώθηκε και έδωσε το χέρι της στον Γιάννη, επειδή είχε μαντέψει σωστά.

Δεν κοίταξε κανέναν, μόνο αναστέναξε βαθιά και είπε: «Είσαι ο αφέντης μου τώρα, σήμερα το απόγευμα πρέπει να γίνει ο γάμος μας.»

Τότε όλος ο κόσμος φώναξε «Ζήτω». Η μπάντα έπαιζε μουσική στους δρόμους και οι καμπάνες χτύπαγαν χαρούμενα. Υπήρχε παντού χαρά. Τρία βόδια, παραγεμισμένα με πάπιες και κοτόπουλα ψήθηκαν ολόκληρα στην αγορά και καθένας μπορούσε να πάρει κι από ένα κομμάτι μπριζόλα, ενώ οι βρύσες έβγαζαν το πιο νόστιμο κρασί. Οι στρατιώτες χτυπούσαν τα κανόνια και τα αγόρια πετούσαν βαρελότα. Υπήρχε φαΐ και πιοτό, χορός και τραγούδι παντού. Στο παλάτι, οι ευγενείς κύριοι και κυρίες χόρευαν μαζί και παντού ακούγονταν όμορφα τραγούδια.

 

Αλλά η πριγκίπισσα ήταν ακόμη μια μάγισσα και δεν μπορούσε να αγαπήσει τον Γιάννη. Ο συνταξιδιώτης του, το είχε σκεφτεί αυτό κι έτσι έδωσε στον Γιάννη τρία πούπουλα από τα φτερά του κύκνου, και ένα μικρό μπουκαλάκι με λίγες σταγόνες μέσα. Του είπε να βάλει ένα μεγάλο μπάνιο γεμάτο με νερό δίπλα στο κρεβάτι της πριγκίπισσας και να βάλει τα φτερά και τις σταγόνες μέσα. Ύστερα, τη στιγμή που ήταν έτοιμη να πέσει στο κρεβάτι, έπρεπε να τις δώσει μία ελαφριά σπρωξιά για να πέσει μέσα στο νερό και τότε να την βουτήξει τρεις φορές. Αυτό θα κατέστρεφε τη δύναμη του μάγου και θα τον αγαπούσε πάρα πολύ. Ο Γιάννης τα έκανε όλα αυτά που του είπε ο σύντροφός του. Η πριγκίπισσα στρίγγλισε δυνατά όταν τη βούτηξε μέσα στο νερό  την πρώτη φορά, και πάλευε κάτω απ’ τα χέρια του με τη μορφή ενός μεγάλου μαύρου κύκνου με φλογισμένα μάτια. Όταν σηκώθηκε για δεύτερη φορά απ’ το νερό, ο κύκνος έγινε άσπρος, με ένα μαύρο δαχτυλίδι γύρω απ’ τον λαιμό της. Ο Γιάννης άφησε το νερό να κλείσει άλλη μια φορά πάνω απ’ το πουλί και την ίδια στιγμή άλλαξε σε μια πανέμορφη πριγκίπισσα. Ήταν πιο αξιαγάπητη από πριν και τον ευχαρίστησε ενώ τα μάτια της ήταν γεμάτα δάκρυα, επειδή είχε λύσει το ξόρκι του μάγου. Την επόμενη μέρα, ο βασιλιάς ήρθε με όλο το συμβούλιό του να του προσφέρει τα συγχαρητήρια και έμενε μαζί τους μέχρι αργά. Τελευταίος απ’ όλους ήρθε ο συνταξιδιώτης του. Είχε κάτι στα χέρια του και το σακίδιό του στην πλάτη. Ο Γιάννης τον φίλησε πολλές φορές και του είπε ότι δεν πρέπει να φύγει αλλά να μείνει μαζί του, επειδή αυτός ήταν η αιτία της καλής του τύχης. Αλλά ο ταξιδιώτης κούνησε το κεφάλι του και είπε απαλά κι ευγενικά: «Όχι, ο χρόνος μου τελείωσε τώρα, πλήρωσα μόνο το χρέος μου σ’ εσένα. Θυμάσαι το νεκρό άνδρα που οι κακοί άνθρωποι ήθελαν να πετάξουν από το φέρετρο; Τους έδωσες ότι είχες, για να μπορεί να αναπαυθεί στον τάφο. Εγώ είμαι αυτός ο άνδρας». Μόλις το είπε αυτό, εξαφανίστηκε.

Οι γάμοι κράτησαν έναν ολόκληρο μήνα. Ο Γιάννης και η πριγκίπισσα αγαπούσαν ο ένας τον άλλον και ο γέρος βασιλιάς έζησε και είδε πολλές χαρούμενες μέρες, ως που πήρε και τα μικρά τους παιδιά στα πόδια του και τους έβαζε να παίζουν με το σκήπτρο του. Έτσι ο Γιάννης έγινε βασιλιάς απάνω σ’ όλη τη μεγάλη αυτή χώρα.