Paramythotopos-Παραμύθια, ιστορίες

Ανακοινώσεις

Τρία χτυπήματα στην πόρτα

Τάκου, τάκου!

-Ποιος είναι, παρακαλώ;

-Με συγχωρείτε… μπορώ να μπω; είμαι ο Βοριάς. Έρχομαι από πολύ μακριά… Πέρασα πάνω από θάλασσες, σήκωσα κύματα βουνό, πέρασα πάνω από κάμπους και ξερίζωσα δέντρα. Είμαι πολύ κουρασμένος, να μπω λίγο να ξεκουραστώ;

-Θα μας παγώσεις… μα αφού είσαι κουρασμένος, μπες απ’ όπου μπορείς.

Και μπήκε ο κρύο Βοριάς απ’ τις χαραμάδες, τρύπωσε κάτω απ’ την πόρτα και πάγωσε το σπίτι. Η μητέρα άναψε τη θερμάστρα και έριξε μάλλινες κουβέρτες στα κρεβάτια των παιδιών.

-Τάκου, τάκου.

-Ποιος είναι, παρακαλώ;

-Με συγχωρείτε… μπορώ να μπω; είμαι η Βροχή. Έρχομαι από πολύ ψηλά. Με κατάπιαν οι θάλασσες και τα ποτάμια, χώθηκα βαθιά μες στη γη, χτυπήθηκα πάνω στις πέτρες, ξέπλυνα όλους τους δρόμους σας και τις αυλές. Είμαι πολύ κουρασμένη… μπορώ λίγο να ξεκουραστώ;

-Θα μας κάνεις κακό, μα αφού είσαι κουρασμένη, μπες απ’ όπου μπορείς.

Κι όρμησε η Βροχή απ’ τις γρίλιες των παραθυριών κι απ’ το σπασμένο τζάμι, έβρεξε τις κουρτίνες και τους τοίχους και μούσκεψε το πάτωμα και το χαλάκι. Η μητέρα μάζεψε μ’ ένα σφουγγάρι τα νερά και φώναξε έναν άνθρωπο να περάσει καινούριο τζάμι.

-Τάκου, τάκου.

-Ποιος είναι, παρακαλώ;

-Με συγχωρείτε… μπορώ να μπω; Είμαι ο Ήλιος. Έρχομαι από πολύ ψηλά. Έριξα χρυσά παπλώματα στις σκεπές, ζέστανα όλα τα νε΄ρα και τα ποτάμια, έβαλα φύλλα στα δέντρα και χρυσά καπέλα στα λουλούδια, είμαι πολύ κουρασμένος. Μπορώ να μπω λίγο, να ξεκουραστώ;

-Έλα, έλα! είπαν όλοι, κι άνοιξαν πόρτες και παράθυρα.

Και μπήκε ο Ήλιος κι έδιξε τη θερμάστρα, κάθισε πάνω στις καρέκλες και τις πολυθρόνες, κι έστρωσε χρυσά χαλάκια στα πατώματα.

Και τώρα λάμπει όλο το σπίτι, λάμπουν κι οι καρδιές.

Από το βιβλίο "Ήλιε μου, ήλιε μου".