Ποδοσφαιρική Επικαιρότητα και Διαχείριση Αθλητισμού [Άνοιξη 2009] Ονούφριος Παυλογιάννης Δρ. Ιστορίας του Αθλητισμού Το θέμα της διαχείρισης της αθλητικής επικαιρότητας με όρους ποιοτικής ενημέρωσης και παιδαγωγικής πρακτικής έχει διατυπωθεί αρκετές φορές στο πλαίσιο τέτοιων άρθρων. Η άποψη μας είναι ότι η επισήμανση και η αξιοποίηση γεγονότων και συμπεριφορών μπορεί να αποκτήσουν παραδειγματικό χαρακτήρα και να οδηγήσουν αφενός σε διαμόρφωση αθλητικής συνείδησης και αφετέρου σε επαναπροσδιορισμό της πολιτικής αθλητικών φορέων. Απαραίτητο στοιχείο σε μια τέτοια διαδικασία είναι η αποφυγή άκριτων εξιδανικεύσεων και αντιθέτως η προβολή των αθλητικών ιστοριών μέσα σε πραγματικές συνθήκες που πιθανόν να αποτυπώνουν κι έναν κόσμο που χρειάζεται ακόμη πολύ δουλειά για να εξομαλυνθεί. Η αθλητική επικαιρότητα, διεθνής και ελληνική, του τελευταίου διαστήματος [άνοιξη του 2009], με τελικό του Τσάμπιονς Λίνγκ στο ποδόσφαιρο και το αντίστοιχο Φάιναλ 4 στο ευρωπαϊκό μπάσκετ καθώς και με τη σειρά των αναμετρήσεων μεταξύ των κορυφαίων ομάδων του Παναθηναϊκού και του Ολυμπιακού για την ανάδειξη του πρωταθλητή Ελλάδας στην καλαθοσφαίριση, προσφέρεται για αποκωδικοποίηση γεγονότων και ενεργειών, για συσχετισμούς με πεδία της αθλητικής πολιτικής και για μια περαιτέρω ταξινόμηση τους σε οργανωμένα προγράμματα αθλητικής εκπαίδευσης. Προς το παρόν ας εξετάσουμε το χώρο του ποδοσφαίρου και στο επόμενο άρθρο θα εστιάσουμε σε συμπεριφορές στην καλαθοσφαίριση. Στον τελικό του ευρωπαϊκού πρωταθλήματος ποδοσφαίρου [2009] σε επίπεδο συλλόγων [club] αναμετρήθηκαν δύο σπουδαίες ομάδες – κατά πολλούς οι καλύτερες τη φετινή χρονιά – που παράλληλα, όμως, με την πολιτική που χαράζουν και με τις επιλογές τους σε θέματα οργάνωσης αποτελούν χρήσιμα παραδείγματα για ένα ουσιαστικό διάλογο αθλητικής διαχείρισης. Από τη μια πλευρά η «γνωστή» μας Μάντσεστερ, που το Φεβρουάριο του 1957 μετά από το φοβερό αεροπορικό δυστύχημα του Μονάχου στην ουσία ξεκίνησε εκ του μηδενός με τον σερ Ματ Μπάσμι, παρουσιάζει μια σταθερή αγωνιστική εικόνα που υπογράφει η περισσότερο από 20 χρόνια η παρουσία του προπονητή, επίσης σερ, Άλεξ Φέργκιουσον. Αυτό καταρχάς σημαίνει ότι όταν η ευθύνη μιας ομάδας δίνεται για τόσο μεγάλο διάστημα σε ένα προπονητή, τότε η απαίτηση – πίεση για επιτυχίες έχει σχετικά όρια και προπάντων οργανώνεται μακροπρόθεσμα και με όρους εμπιστοσύνης και υπομονής. Η αγγλική ομάδα ασφαλώς και έχει αναπτύξει μια εγνωσμένης αξίας χορηγική πολιτική και έχει αναδείξει τα «εμπορικά της προϊόντα» μέσα από επενδυτική πολιτική, αλλά πρόσεχε πάντοτε να αποφεύγει τις υπέρμετρες και προκλητικές αγορές – μεταγραφές, επιλέγοντας συγχρόνως τη μετακίνηση στο Μάντσεστερ νέων παιχτών. Συχνά, μάλιστα, λειτουργούσε στον αντίθετο δρόμο πουλώντας με μυθικά ποσά ταλαντούχους παίχτες που ανδρώθηκαν σε αυτό το «σχολείο» [βλ. μεταξύ άλλων Μπέκαμ και πρόσφατα Ρονάλντο], γεγονός που βοηθούσε την προγραμματισμένη ανάπτυξη της ομάδας, ακόμη και σε περιόδους, όπως η παρούσα, που η οικονομική κατάσταση δε φαίνεται ρόδινη, εφόσον καταγράφονται για την ομάδα έσοδα 324,8 εκατ. Ευρώ και χρέη 1 δις. Ευρώ . Από την άλλη πλευρά η «θρυλική» Μπαρτσελόνα μια από τις πιο ιστορικές και πιο πετυχημένες ομάδες του πλανήτη, με τεράστια πολιτισμική διάσταση, σημείο αθλητικής αναφοράς για την Ισπανία και πολιτικής αναφοράς για τους Καταλονούς της Ισπανίας. Η Μπάρτσα της περιόδου 2008 – 2009 έπαιζε ολοκληρωτικό ποδόσφαιρο. Για πολλούς μπορούσε να μπει σε μια διαδικασία σύγκρισης με τον αξεπέραστο Άγιαξ του ‘70. Ίσως ανόσια σύγκριση, μάλλον ανούσια απόπειρα. Το στοιχείο που αξίζει προβολής από την πρωταθλήτρια Ευρώπης του 2009 είναι ότι 8 παίχτες αυτής της παντοδύναμης ομάδας προέρχονταν από τα τμήματα υποδομής της, ενός οργανωμένου προγράμματος ποδοσφαιρικής παιδείας που αφενός ελκύει το ενδιαφέρον των ειδικών του αθλητισμού και αγγίζει το όνειρο πολλών νεαρών παιχτών και αφετέρου επιβεβαιώνει στην πράξη ότι οι «μεγάλες ομάδες δεν αγοράζονται, κτίζονται». Ασφαλώς και δεν αμφισβητείται το γεγονός της αγοράς μεγάλων και ακριβών παιχτών από την ομάδα της Καταλονίας. Συμπληρωματικά, όμως, στη μεταγραφική πολιτική, απαραίτητη για ομάδες του διαμετρήματος της Μπαρτσελόνα, έρχεται ως βασική προτεραιότητα η οργάνωση των Ακαδημιών που εγγυάται τη συνεχή παραγωγή ποδοσφαιριστών και περαιτέρω τη βιωματική σχέση αυτών με την ομάδα. Κοινό σημείο της λειτουργίας των δύο ομάδων – κολοσσών είναι η μέριμνα ή πιο επιστημονικά η διαμόρφωση ισχυρών δομών οργάνωσης και διοίκησης του αθλητισμού που στη συγκεκριμένη περίπτωση [Μάντσεστερ και Μπαρτσελόνα] και με διαφορετικές προσεγγίσεις προετοιμάζουν την επόμενη μέρα. Αδιαμφισβήτητο είναι ότι αυτή η πολιτική δεν αφορά μόνο αθλητικά και παιδαγωγικά κριτήρια αλλά αποτελεί παράλληλα και μια οικονομική πράξη που εγγράφεται στο πεδίο οργάνωσης μεγάλων επιχειρήσεων. Αυτό δεν αναιρεί την προβολή ενός μοντέλου ανάπτυξης του αθλητισμού. Άλλωστε για πολλούς το πρόβλημα δεν είναι η παγκοσμίως πλέον κατοχυρωμένη επαγγελματική διάσταση του αθλητισμού, αλλά οι όροι με τους οποίους αυτή υλοποιείται. Αυτό το μοντέλο ανάπτυξης αποτελεί πλέον επιλογή όλων των μεγάλων ομάδων σε διάφορα αθλήματα και παράλληλα κίνητρο για την οργάνωση ομάδων μικρότερων δυνατοτήτων. Η παρουσία, πάντως, στον τελικό δύο ομάδων που αποτελούν σημείο αναφοράς για την αναπτυξιακή τους φιλοσοφία δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστο. Και μιας και ο λόγος για τη Μπαρτσελόνα, ας πραγματευτούμε δύο ακόμη θέματα της επικαιρότητας που συνδέονται άμεσα ή έμμεσα με αυτήν. Το πρώτο αφορά στο αντίπαλο δέος της στην Ισπανία, στην επίσης «θρυλική» Ρεάλ Μαδρίτης. Στις μεταγραφικές αγορές παιχτών – Κακά και Ρονάλντο προς το παρόν – επένδυσε τεράστια ποσά που σόκαραν παράγοντες της αθλητικής και της πολιτικής ηγεσίας. Πέραν τούτης της πολύ σοβαρής υπόθεσης σε εποχή παγκόσμιας οικονομικής κρίσης, εκείνο που χρήζει συζήτησης είναι η πολιτική ομάδων του οικονομικού και του κοινωνικού μεγέθους της «βασίλισσας» της Ισπανίας που φαίνονται να κινούνται σε ένα περιβάλλον «πρόκλησης και ασυλίας», αρνούμενες να συντονιστούν ακόμα και με τα φιλόδοξα σχέδια της ανώτατης αρχής της UEFA, όπως αυτά εκφράστηκαν δια του προέδρου της Μισέλ Πλατινί. Σύμφωνα με τις δημόσιες τοποθετήσεις του αιτούμενο της πολιτικής των ιθυνόντων του ευρωπαϊκού ποδοσφαίρου είναι στα όρια ενός δίκαιου «πρωταθλήματος» η εξισορρόπηση των όρων συμμετοχής των ομάδων, που κυρίως σημαίνει μια προσπάθεια [μερικής] εξομοίωσης των οικονομικών κριτηρίων τους. Στη λογική της UEFA εντάσσεται η θεσμοθέτηση ενός κανονιστκού πλαισίου με νόμους και κανόνες που θα εγγυάται μεγαλύτερη οικονομική διαφάνεια και ορθολογική διαχείριση. Μεταξύ των μέτρων υπάρχουν η εφαρμογή ενός ορίου για μετεγγραφές και συμβόλαια [βλ. salary cup στο NBA], η διερεύνηση της πολιτικής ομάδων που ξοδεύουν περισσότερα απ’ όσα κερδίζουν, η αδειοδότηση των συλλόγων βάσει ενός συστήματος αξιολόγησης καθορισμένων οικονομικών και κοινωνικών κριτηρίων [Licensing Project]. Αν υπερβούμε θέματα βασικά, όπως η υποκρισία που κυριαρχεί σε αυτά τα σχέδια, δεδομένου ότι η διασύνδεση των ισχυρών αθλητικών club με την ευρωπαϊκή εξουσία των αθλημάτων είναι δεδομένη σε διάφορα επίπεδα ή όπως ο οικονομικός – εμπορικός χαρακτήρας αυτών των ομάδων που σημαίνει ότι ο έλεγχος αυτών των φορέων πρέπει να γίνει και με όρους μη αθλητικούς, τότε διαπιστώνουμε ότι η εκτός ορίων συμπεριφορά των πανίσχυρων συλλόγων [βλ. Ρεάλ στην περίπτωση μας] ακυρώνει στην πράξη μια προβεβλημένη συστατική αρχή της δημοκρατίας του αθλητισμού, την ισοτιμία των συμμετεχόντων. Η επίδραση αυτής της πραγματικότητας, εξακτινωμένης σε βάθος, στον κοινωνικό χαρακτήρα του αθλητισμού είναι εμφανής και βέβαια επηρεάζει την παιδαγωγική του διάσταση αλλά και την ηθική του λειτουργία, δεδομένου ότι η συμμετοχή αθλητών και ομάδων σε αυτή τη βάση, που αποτελεί κοινωνικό αιτούμενο φαντάζει ανέφικτη. Η λειτουργία του αθλητισμού και η αντιμετώπιση των παραβατικών συμπεριφορών με όρους δημοκρατίας και ηθικής είναι εξόχως αναποτελεσματική και ενίοτε προκλητική. Το πρόβλημα, βέβαια, είναι ευρύτερο, αφού η UEFA δια των λόγων του προέδρου της φέρεται να αγνοεί – κάτι που δεν είναι λογικό – τη διαφορετική ιδιοκτησιακή σύνθεση των ομάδων καθώς και τις διαφορετικές επενδυτικές μεθόδους της. Στην προκειμένη περίπτωση η Ρεάλ, όπως κι άλλες ομάδες, δεν ανήκει σε επενδυτές, ούτε σε μετόχους. Αντιθέτως ανήκει στους «οπαδούς» της κι αυτό καθορίζει και την πολιτική της. Επομένως ο «πανάκριβος» Ρονάλντο δεν αποτελεί τόσο μια ριψοκίνδυνη οικονομική [μεταγραφική] κίνηση, όσο μια αναγκαία κοινωνική επένδυση που υπαγορεύεται από τον ψυχισμό του κόσμου της ομάδας. Σε αυτήν τη βάση όλα τα ποσά των μεταγραφών βρίσκονται και δίνονται. Το δεύτερο θέμα αφορά στην προσοχή που χρειάζεται κατά την αποτίμηση και τη διαχείριση της αθλητικής επικαιρότητας, ώστε αυτή να μην οδηγήσει σε εσφαλμένες προσεγγίσεις. Ο έγκριτος δημοσιογράφος Γιάννης Τριάντης στην έγκυρη «Ελευθεροτυπία» [16/5/2009] αναφέρεται στον τελικό κυπέλου της Ισπανίας και στην αναμέτρηση της Μπαρτσελόνα με την Ατλέτικο Μπιλμπάο [των Βάσκων] και με λόγο διδακτικό επιθυμεί να προβάλει το καλό κλίμα μεταξύ των φιλάθλων των δύο ομάδων και την επιβράβευση των καλών προσπαθειών χωρίς ακραίες συμπεριφορές. Επικαλείται, μάλιστα, την απομάκρυνση με τη φράση fuera – fuera [έξω – έξω] από τους ίδιους του φιλάθλους της Ατλέτικο οπαδού της που παρέκλινε της ορθής συμπεριφοράς και πέταξε κάποιο αντικείμενο σε παίχτη της Μπαρτσελόνα. Η όλη προσέγγιση του θέματος αποτελεί ακούσια «πλάνη». Μακάρι το αίτημα της εξομάλυνσης της αθλητικής ζωής αθλητών και θεατών να ήταν μια τόσο απλή υπόθεση. Η πραγματικότητα βρισκόταν πολύ κοντά. Σε άλλη σελίδα [Αθλητικά Παραλειπόμενα με υπογραφή: Α.Αν.] της ίδιας εφημερίδας και της ίδιας μέρας σημειώνεται ότι «οι οπαδοί των δύο ομάδων… συσπειρωμένοι να γιορτάσουν τη στιγμή και να διατρανώσουν ότι τόσο οι Βάσκοι όσο και οι Καταλανοί δεν είναι Ισπανοί. Οι αποδοκιμασίες στο άκουσμα του ισπανικού εθνικού ύμνου ήταν άμεσες και από τις δύο πλευρές… δύο λαών που διεκδικούν την αυτονόμηση τους». Γι άλλη μια φορά, δηλαδή, ο χώρος του αθλητισμού ευνόησε την εκδήλωση αποκλίνουσας συμπεριφοράς, μόνο που αυτή τη φορά, σκόπιμη ή αυθόρμητη, φέρεται ομογενοποιημένη προς τρίτο παράγοντα και ενταγμένη στο πλαίσιο μιας εθνικής ενδοκρατικής αντιπαράθεσης. Ο δρόμος της διερεύνησης του αθλητικού γίγνεσθαι που θα καθορίσει και τη σχετική εκπαίδευση είναι ακόμη μακρύς… Η Αθλητική Ζωή και τα Αναβολικά: Ονούφριος Παυλογιάννης Γι άλλη μια φορά στην Ελλάδα ανακαλύψαμε την πυρίτιδα. Ή διαφορετικά ο κόσμος το ‘χε τούμπανο κι εμείς κρυφό καμάρι. Ή ακόμη, αν θέλετε, ο σκοπός αγιάζει τα μέσα. Σε όλες τις εκδοχές, οι υποκριτικές συμπεριφορές, σε όλα τα επίπεδα, είναι εμφανείς. Στο γνωστό «σαλόνι» των Μ.Μ.Ε., που ενώ όλοι γνωρίζουν καλά από καιρό το ένοχο μυστικό, συνεχίζουν, τάχα από ειλικρινές ενδιαφέρον και πάντα στο όνομα της ενημέρωσης του πολίτη, να το αναζητούν και παράλληλα να το αναπαράγουν, εμφανίζονται οι «γνωστοί προσκεκλημένοι» του τύπου, με αδιευκρίνιστη, συχνά, σχετικά με θέμα ιδιότητα αλλά με πιστοποιημένη βεβαίωση τηλεθέασης, να εκπλήσσονται, να ταράζονται, να φοβούνται, να αγωνιούν, ενίοτε και να πανηγυρίζουν για τη δικαίωση τους. Κάποιοι καθηγητές Πανεπιστημίων ή ειδικοί, που για άλλοθι προσκαλούνται, παραμένουν για ώρες ολόκληρες βουβοί, προς απογοήτευση αυτών που αναμένουν την πραγματική ενημέρωση για το θέμα.Η χρήση των αναβολικών ουσιών στο χώρο του αθλητισμού υψηλών επιδόσεων κι όχι μόνο δεν αποτελεί πλέον διαπίστωση και δε σοκάρει κανένα. Αυτή είναι η είδηση. Δεν πάει, άλλωστε, πολύς καιρός, όπου τα πορίσματα έρευνας έδειχναν ότι ένας απίστευτα μεγάλος αριθμός νεαρών αθλητών ήταν έτοιμος να χρησιμοποιήσει αναβολικά ακόμη κι αν γνώριζε ότι αυτό ήταν ιδιαίτερα επικίνδυνο για την υγεία του. Αυτή είναι η είδηση. Ο κόσμος αναμένει καθημερινά και με τρόπο φυσικό τέτοιες εξελίξεις σε όλες τις αγωνιστικές εκφάνσεις και σε όλες τις ηλικίες αθλητών. Αυτή είναι η είδηση. Η κυνική αντίληψη ότι δε γίνεται διαφορετικά, αφού σε όλο τον κόσμο αυτό συμβαίνει, τείνει να γίνει πεποίθηση. Αυτή είναι η είδηση. Τα αθλητικά πεδία κινδυνεύουν να μετατραπούν από χώρους προστασίας των νέων σε χώρους απειλής. Αυτή είναι η είδηση.Τα αναβολικά είναι πια μέσα στη ζωή μας και περιτριγυρίζουν τα παιδιά μας, τους νέους μας. Η αντίδραση των πολιτών όλου του κόσμου, θα τολμούσα να σκεφθώ, πρέπει να είναι άμεση, έπρεπε να ήταν χθες. Η φαρμακοδιέργεση στο αθλητικό περιβάλλον αποτελεί αναμφισβήτητα παγκόσμιο πρόβλημα και μόνο με ανάλογες δράσεις, διακρατικές, μπορεί να αμβλυνθεί. Αυτό, όμως, δε σημαίνει ότι η πολιτεία μας πρέπει να παραμένει αδρανής, επικαλούμενη συνεχώς αυτήν τη διάσταση του θέματος. Αντιθέτως, οφείλει να αντιδράσει και κυρίως να σχεδιάσει μέσα από τα δεδομένα της επιστήμης την πολιτική της. Αναμένουμε, δηλαδή, την πολιτική βούληση και την επιστημονική συνδρομή.Και εξηγούμαι στο μέτρο βέβαια που επιτρέπουν τα όρια του σύντομου αυτού άρθρου. Γιατί είναι γνωστό ότι το ντόπινγκ έχει πολύπλευρες διαστάσεις, ενίοτε αντιφατικές μεταξύ τους, που απαιτούν ευρύτερη και διεπιστημονική αντιμετώπιση.Το ντόπινγκ συνήθως συζητείται και κρίνεται ως προς τρεις κυρίως διαστάσεις. Η χρήση αναβολικών ουσιών, δηλαδή απαγορευμένων, αποτελεί εξ ορισμού μια αξιόποινη πράξη στο βαθμό που κάποιος παραβαίνει το κανονιστικό πλαίσιο που διέπει το χώρο του αθλητισμού και της κοινωνίας. Τα τελευταία χρόνια, μάλιστα, αυτές οι παραβατικές συμπεριφορές αποκτούν κακουργηματικό χαρακτήρα και τιμωρούνται με σοβαρές ποινές. Αυτό που απομένει είναι η συνεπής και απαρέγκλιτη εφαρμογή όσων ορίζουν οι νόμοι. Το αυτονόητο, δηλαδή. Εκτός από αυτήν, όμως, η φαρμακοδιέγερση, νόμιμη – κι αυτό είναι επίσης θέμα προς συζήτηση – ή παράνομη, εμφανίζει δύο πολύ σοβαρές διαστάσεις. Είναι εξαιρετικά επικίνδυνη για την υγεία του χρήστη – έως απειλητική για τη ζωή του – και παράλληλα αποτελεί μια «ανήθικη» πράξη, γιατί καταργεί στην ουσία την κυριότερη αρχή της δημοκρατίας του αθλητισμού, την ισοτιμία της συμμετοχής. Πιο απλά ο αθλητής που χρησιμοποιεί φάρμακα καταφεύγει σε μια ανέντιμη πράξη στο βαθμό που «κλέβει» τους συναθλητές του και «ξεγελά» τους θεατές.Και εδώ εστιάζονται οι μεγάλες δυσκολίες, γιατί ως προς αυτές τις δύο διαστάσεις η κατασταλτική πολιτική από ελάχιστη μέχρι μηδαμινή αποτελεσματικότητα έχει. Οι λόγοι πολλοί. Μεταξύ αυτών των παραγόντων που κάνουν ευάλωτους τους αθλητές στη χρήση αναβολικών ουσιών σημειώνουμε την τεράστια φήμη που αυτοί αποκτούν – διαχρονικό και διεθνικό χαρακτηριστικό του αθλητικού πολιτισμού -, τα υψηλά κοινωνικά και οικονομικά προνόμια, τον εθνικό χαρακτήρα των αθλητικών επιτυχιών – όχι μόνο στην Ελλάδα -, τα πολύπλευρα οικονομικά συμφέροντα, το γκρέμισμα, μεταφορικά και κυριολεκτικά, «τειχών» που αποπροσανατολίζει τις κοινωνίες. Εξάλλου η [επιστημονική] σκέψη πάντα θα προηγείται της ορθολογικής διαχείρισης της σκέψης και δεν θα έχει ανάγκη την κοινωνική συναίνεση. Η ηθική της επιστήμης και του επιστήμονα θα παραμένει για πολύ καιρό ακόμη θέμα για συζήτηση. Υπό αυτές τις συνθήκες πάντοτε θα εφευρίσκονται προσιτές σε όλους μέθοδοι που θα απειλούν την υγεία των αθλητών. Άλλωστε πάντοτε θα βρίσκονται «κινέζοι» να μπερδεύουν τα φάρμακα και πάντοτε θα υπάρχει μια «Σου Λι» να υπογράφει το λάθος.Σε αυτές τις περιπτώσεις η λύση είναι μία και προφανής: η πνευματική και ψυχική θωράκιση των νέων, η δια-μόρφωση νέων που θα διαχειρίζονται ορθολογικά τη σκέψη τους και το σώμα τους, η διάπλαση ατόμων που θα είναι έτοιμοι να απαντούν «όχι ευχαριστώ». Αποτελεί εύκολη υπόθεση; Ασφαλώς κι όχι. Οι φιλοδοξίες μπορεί να ακυρώσουν τις παιδαγωγικές βλέψεις. Αποτελεί, όμως, μονόδρομο, όπως και σε όλες τις χώρες που μεριμνούν για τη μόρφωση των νέων τους. Και για να μην μιλάμε αόριστα για «παιδεία», χρήσιμο θα ήταν να εστιάσουμε σε πραγματικά δεδομένα του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Αυτή τη χρονική περίοδο και σε σχέση και με το σοβαρό θέμα της συμπεριφοράς των αθλητών υπάρχουν στις δύο πρώτες βαθμίδες της εκπαίδευσης δύο θεσμοθετημένες μορφές αγωγής.Από τη μια πλευρά υπάρχει η δράση της «Αγωγής Υγείας», που με τη μορφή των εκπαιδευτικών προγραμμάτων εκπονείται σε σχολεία της χώρας μας και παρέχει τη δυνατότητα σε μαθητές διαφορετικών ηλικιών να γνωρίσουν, να προσεγγίσουν και να μελετήσουν μορφές ψυχοσωματικής υγείας, μεταξύ των οποίων πρωτεύουσα θέση μπορεί να καταλαμβάνει η υγεία των αθλητών.Από την άλλη πλευρά έχουν εισαχθεί εδώ και μια οχταετία στην εκπαίδευση τα προγράμματα της «Ολυμπιακής [Αθλητικής] Παιδείας» - εξέλιξη των οποίων είναι το πρόγραμμα «Καλλιπάτειρα» - που απασχολούν εκπαιδευτικούς συγκεκριμένης ειδικότητας [Φυσικής Αγωγής] και μπορεί να διασφαλίσουν ένα χώρο μόρφωσης και διαμόρφωσης της συμπεριφοράς αθλητών και φιλάθλων. Κοινή συνισταμένη των δύο δράσεων είναι οι αναφορές σε μεγάλα κοινωνικά προβλήματα και σε ισχύοντα πλαίσια αξιών, με σύγχρονες παιδαγωγικές μεθόδους, όπως είναι η διαθεματικότητα και η διεπιστημονικότητα, η βιωματική προσέγγιση, οι ασκήσεις ρόλων, το παιχνίδι κ.λπ.Επομένως, μορφές αγωγής που μπορεί να στοχεύσουν στο μείζον ζήτημα της διαχείρισης της [αθλητικής] ζωής υπάρχουν ήδη θεσμοθετημένες. Αυτό που χρειάζεται πλέον είναι ο επαναπροσδιορισμός και ο προγραμματισμός των συγκεκριμένων δράσεων, ώστε να βρουν πραγματικό χρόνο και χώρο εφαρμογής και να γίνουν αποτελεσματικές. Η βούληση των εκπαιδευτικών είναι δεδομένη. Ειδικότερα, ως προς το πρόγραμμα «Καλλιπάτειρα», που περιέχει πολύ σημαντικές ενότητες - ισότητα των φύλων, ρατσισμός, βία, άσκηση ατόμων με αναπηρία - η αγωνία και η προσπάθεια των εκπαιδευτικών [Φυσικής Αγωγής] να ασκήσουν με συνέπεια το έργο τους είναι συγκινητική. Αυτό που αναζητείται είναι η επιστημονική και παιδαγωγική υποστήριξη και ο υπεύθυνος συντονισμός αυτών των προγραμμάτων από ανθρώπους που έχουν αποδεδειγμένη επιστημονική σχέση με αυτά τα θέματα. Βάσει τούτων προτείνω να εξεταστεί η δυνατότητα εφαρμογής ενός πιλοτικού προγράμματος στα δημοτικά και στα γυμνάσια της Περιφερειακής Εκπαίδευσης Ηπείρου, πρωτοποριακό για την Ελλάδα, για το έτος 2009 – 2010, με υλικό που θα προετοιμαστεί μέσα από δράσεις της φετινής χρονιάς. Το εκπαιδευτικό υλικό που θα προκύψει θα χρησιμοποιηθεί στα προγράμματα της «Αγωγής Υγείας» και της «Καλλιπάτειρας».Η τάση του ανθρώπου [αθλητή] να ξεπεράσει ακόμη και τον εαυτό του, χωρίς να βλέπει τις καταστροφικές συνέπειες, είναι καταγεγραμμένη ιστορικά. Η ελπίδα βρίσκεται στην αντίδραση της σκέψης. Έφθασε η ώρα να αντιδράσουμε, ακόμη κι αν πρέπει να πληγώσουμε το παρελθόν μας. Άλλωστε, όπως εύστοχα παρατήρησε ο κ. Λαζόπουλος, θα είναι η πρώτη φορά που θα κλάψουμε πάνω σ’ ένα ψέμα; Η Ανάγκη της Ενημέρωσης στον Αθλητισμό Θεωρητικό – Διδακτικό Πλαίσιο Ονούφριος Παυλογιάννης Δρ. Ιστορίας του Αθλητισμού Εισαγωγή Οι βίαιες συμπεριφορές στους αγωνιστικούς χώρους αποτελούν διαχρονικό φαινόμενο αλλά και σταθερό χαρακτηριστικό του σύγχρονου αθλητισμού. Προκαλούν κατά συνέπεια προβληματισμό σχετικά με τις πιθανότητες και τις μεθόδους διαχείρισης αυτού του φαινομένου και της εξομάλυνσης τέτοιων συμπεριφορών. Ειδικά σε ότι αφορά στην αυθόρμητη εκδήλωση της βίας η προοπτική φαίνεται να είναι αισιόδοξη, δεδομένου ότι σε αυτές τις περιπτώσεις τα συστήματα αγωγής μπορεί να συμβάλουν στη διαμόρφωση καλοπροαίρετης στάσης απέναντι στα γεγονότα. Σε αυτή τη βάση η υπεύθυνη ενημέρωση αθλητών – κυρίως νεαρών - και φιλάθλων κρίνεται αναγκαία, γιατί ενισχύει τους συμμετέχοντες – άμεσα ή έμμεσα – στο παιχνίδι και τους μετατρέπει σε γνώστες των συνθηκών, άρα σε πιο υπεύθυνους κριτές. Άλλωστε, όπως ισχύει παντού, καλός πολίτης – θεατής είναι ο ενημερωμένος πολίτης – θεατής. Θεωρητικό Πλαίσιο Είναι αναγκαίο, βέβαια, να διευκρινιστεί ότι σε καμιά περίπτωση δεν πρέπει να αναμένεται η εξάλειψη των φαινομένων βίας, ακόμη κι όταν αυτή κατατάσσεται στις αυθόρμητες εκδηλώσεις. Η ιστορική παρακολούθηση επιβεβαιώνει αυτήν την άποψη με πλήθος τεκμηρίων. Άλλωστε η εκδήλωση βίαιων συμπεριφορών προκαλείται από συνέργεια διαφορετικών αιτιών, γεγονός που εξηγεί και τη δυσκολία αντιμετώπισης αυτών των φαινομένων. Απλώς ελπίζουμε ότι η γνώση των δεδομένων μιας δράσης δημιουργεί καλύτερες συνθήκες παρακολούθησης και συμμετοχής, μειώνοντας τις αντιδράσεις που οφείλονται σε άγνοια ή σε παρεξήγηση. Για να προλάβω πιθανές παρατηρήσεις, σπεύδω να συμπληρώσω ότι για να λειτουργήσει αποτελεσματικά αυτή η πρόταση προϋποθέτει τη συνεργασία όλων των εμπλεκομένων, δηλαδή αθλητών, παραγόντων, διαιτητών και θεατών και απαιτεί την ακριβή ενημέρωση τους και στη συνέχεια τη μετουσίωση της πληροφορίας σε πράξη. Σε διαφορετική περίπτωση το «αίσθημα» αδικίας που θα βιώνει ο «ενημερωμένος» - αυτός δηλαδή που γνωρίζει τι γίνεται – είναι πιθανόν να επιφέρει αντίθετα αποτελέσματα και να εντείνει τη βία. Για παράδειγμα ο «ενημερωμένος» θεατής αντιλαμβάνεται καλύτερα από τον καθένα τα άστοχα σφυρίγματα ενός «ανεπαρκούς» διαιτητή και κατά συνέπεια βιώνει πιο έντονα το αίσθημα της αδικίας. Σε αυτή τη βάση προτείνουμε τον προγραμματισμό μιας δράσης ενημέρωσης των νεαρών αθλητών – κι όχι μόνο – στους κανονισμούς που διέπουν το άθλημα που έχουν επιλέξει. Στη συγκεκριμένη, μάλιστα, περίπτωση, που εφαρμόστηκε στα αναπτυξιακά τμήματα της Κ.Ε. Φαίακας και που θα μπορούσε να χρησιμοποιηθεί κι από άλλες ομάδες καλαθοσφαίρισης ή στο πλαίσιο της σχολικής εκπαίδευσης, δεν περιελήφθησαν όλα τα άρθρα που καθορίζουν τη μορφή ενός αγώνα μπάσκετ, αλλά μόνο όσα άλλαξαν και εφαρμόζονται κατά την περίοδο 2008 – 2009. Με αυτόν τον τρόπο πληροφορούνται αθλητές και θεατές για τα νέα δεδομένα, προσαρμόζουν άμεσα τη συμπεριφορά τους και μειώνουν τις παρεξηγήσεις που επιφέρουν εντάσσεις. Διδακτικό Πλαίσιο Η δομή της πρότασης είναι συγκεκριμένη. Επιλέγονται και παρουσιάζονται οι αλλαγές των άρθρων με ενημερωτικό τίτλο που προϊδεάζει τους αναγνώστες και με μια σύντομη και απλή περιγραφή του «νέου» σε σχέση με αυτό που ίσχυε. Στη συνέχεια και πάνω σε αυτό το υλικό ακολουθεί συζήτηση που εστιάζεται στη φιλοσοφία των αλλαγών και στην ερμηνεία τους. Η εφαρμογή του προγράμματος γίνεται με ομαδοσυνεργατικές μεθόδους και ευνοεί τη χρήση πολυμέσων και διαδραστικών προγραμμάτων, τη βιωματική προσέγγιση και την επικοινωνιακή διαδικασία. Η αξιολόγηση μιας τέτοιας πληροφοριακής – διδακτική πράξης απαιτεί συστηματική παρακολούθηση με καταγραφή και σύγκριση δεδομένων σε σχέση με μεταβλητές, όπως το άθλημα, οι αγωνιστικές συνθήκες, η προϊστορία, τα πρόσωπα Το κείμενο που περιέχει τις τελευταίες αλλαγές κανονισμών στο χώρο της καλαθοσφαίρισης και που δίνεται στους αθλητές ή στους μαθητές είναι το ακόλουθο. Ανάλογα, βέβαια, με τους στόχους που θέτει ο «διδάσκων», μπορεί να μεταβάλλεται η ενασχόληση των αθλητών με το κείμενο εργασίας. Σημαντικές αλλαγές κανονισμών καλαθοσφαίρισης [2008-2009] Ι. «Μπρος – Πίσω» 1. [άρθρο 28]: με τη λήξη των 8 δευτερολέπτων (χρόνος που έχει μια ομάδα να κατεβάσει την μπάλα στο δεύτερο μισό του γηπέδου) ο ντριπλέρ θα πρέπει να έχει περάσει και τα δύο πόδια του και την μπάλα από την κεντρική γραμμή. Μέχρι φέτος αν ο ντριπλέρ είχε περάσει το ένα του πόδι στο άλλο μισό με τη λήξη των 8 δευτερολέπτων δεν ήταν παράβαση. Φιλοσοφία αλλαγής: Να μη δημιουργούνται προβλήματα με τους διαιτητές σε αμφιλεγόμενες φάσεις που γίνονται κοντά στην κεντρική γραμμή. 2. [άρθρο 30]: Από τη στιγμή που ο ντριπλέρ έχει περάσει μόνο το ένα πόδι στο δεύτερο μισό, θεωρείται πως δεν έχει περάσει στην επίθεση και αν επιλέξει να επιστρέψει στο πρώτο μισό (άμυνα), πάντα με ντρίπλα (κι εφόσον υπάρχει χρόνος) δε σφυρίζεται μπρος – πίσω. Αυτό ισχύει μόνο για τον ντριπλέρ κι όχι για τον πασέρ. Δεν μπορεί δηλαδή να ο ντριπλέρ να πασάρει πίσω, στο πρώτο μισό, αν έχει περάσει μόνο το ένα πόδι στην επίθεση (δεύτερο μισό). Φιλοσοφία αλλαγής: Να κάνει ξεκάθαρο το πότε ο παίχτης έχει περάσει την κεντρική γραμμή. 3. [άρθρο 11]: Αν ένας παίχτης από την άμυνα του (πρώτο μισό) κάνει μακρινή πάσα (Baseball πάσα) στην επίθεση και κάποιος αμυντικός πηδά στον αέρα και κλέβει, δηλαδή παίρνει την κατοχή της μπάλας στον αέρα ενώ βρίσκεται στην επίθεση (δεύτερο μισό), αλλά προσγειώνεται πίσω στην άμυνα του, δε σφυρίζεται μπρος – πίσω. Φιλοσοφία αλλαγής: Πριμοδοτείται ο παίχτης που κλέβει την μπάλα και γι αυτό δεν υπάρχει παράβαση. ΙΙ. Αντιαθλητικό
Φιλοσοφία αλλαγής: Πριμοδοτείται ο επιθετικός παίχτης και δημιουργούνται θεαματικές φάσεις.
Φιλοσοφία αλλαγής: Ο κανονισμός προλαβαίνει τους τραυματισμούς και «παραδειγματίζει» με την τιμωρία του παίχτη πριν συμβεί το χειρότερο. Ερώτημα: Γιατί στην πρώτη περίπτωση δίνεται τεχνική ποινή και στη δεύτερη αντιαθλητικό; Γιατί στην πρώτη δεν μπορεί να καταλογιστεί φάουλ πριν την επαφή. ΙΙΙ. Βήματα [Άρθρο 25]: Οι διαιτητές δε θα σφυρίζουν βήματα, όταν ο παίχτης γλιστρά στο παρκέ, αρκεί στη συνέχεια να συνεχίσει τη ντρίπλα (εφόσον δεν την έχει σταματήσει) ή να πασάρει. Φιλοσοφία αλλαγής: Επιβραβεύεται ο αθλητής που παίζει με πάθος. ΙV. Εμφάνιση Αθλητών [άρθρο 4]: οι αθλητές δεν μπορούν να φορούν T-shirt κάτω από τις εμφανίσεις της ομάδας. Φιλοσοφία αλλαγής: Να μη δημιουργούνται προβλήματα σε αμφιλεγόμενες φάσεις για τους διαιτητές, όπου βλέπουν κυρίως χρώματα. Με αφορμή την πρώτη θέση στο Πανευρωπαϊκό Πρωτάθλημα Εφήβων Καλαθοσφαίρισης Μια πρόταση ανάπτυξης και διαχείρισης αθλητικού πολιτισμού Ονούφριος Παυλογιάννης* Η οργάνωση των αναπτυξιακών δομών του αθλήματος της καλαθοσφαίρισης στην Ελλάδα αποτελεί μια πρότυπη και συνεπή διαδικασία που διακρίνεται κυρίως από μεθοδικότητα, εργατικότητα, διορατικότητα και επιπλέον ορθή επιλογή προσώπων σε όλα τα επίπεδα και προσεχτική οριοθέτηση στόχων και δράσεων.Τα προγράμματα της Ομοσπονδίας - με αποκορύφωμα τα αναπτυξιακά τουρνουά των Χριστουγέννων – παρέχουν πολλαπλές δυνατότητες για νέους αθλητές και συνεχείς δραστηριότητες επιλογής για τους προπονητές. Σπανίως νέοι αθλητές δε δοκιμάζονται και δεν καταγράφονται. Όλη αυτή η προσπάθεια οδηγεί σε ένα πλήρες «βιβλίο» ονομάτων, χαρακτηριστικών, δυνατοτήτων αθλητών όλων των ηλικιών, κάτι σαν τη «χρυσή βίβλο» της ελληνικής καλαθοσφαίρισης.Αυτό που υπολείπεται ακόμη είναι να λειτουργήσουν με μεγαλύτερη συνέπεια τα «αναπτυξιακά πρωταθλήματα» των Περιφερειακών Ενώσεων [πρωταθλήματα πόλεων κ.λπ] και κυρίως να εφαρμοστούν –και ασφαλώς να ελεγχθούν - με μεγαλύτερη συνέπεια αυτά που καθορίζονται στον αναπτυξιακό χάρτη της ομοσπονδίας και προφανώς αποτελούν τη φιλοσοφία της οργάνωσης του αθλήματος της καλαθοσφαίρισης στην Ελλάδα [π.χ. κοινές προπονήσεις αθλητών τηςπεριφέρειας, συνεχής παρακολούθηση από «ειδικούς», οργανωμένες τελικές φάσεις των πρωταθλημάτων της περιφέρειας, συναντήσεις προπονητών, διαμόρφωση ενιαίου προγράμματος προπονητικής και αγωνιστικής φιλοσοφίας κ.λπ]. Οι συνέπειες αυτού του αναπτυξιακού προγράμματος είναι καταγεγραμμένες σε διάφορα επίπεδα. Τα αποτελέσματα αποδεικνύονται με στατιστικό τρόπο και ως εκ τούτου δεν αμφισβητούνται. Η Ελλάδα τα τελευταία χρόνια στελεχώνει ομάδες που διακρίνονται με αξιοσημείωτη σταθερότητα σε όλα τα επίπεδα και σε όλες τις ηλικίες. Το εγχειρίδιο που επιμελήθηκαν οι υπεύθυνοι των αναπτυξιακών δομών της Ομοσπονδίας, κ.κ. Κ. Πολίτης και Κ. Μίσσας, δεν αποτελεί απλώς μια συστηματική επιστημονική δουλειά. Υποδηλώνει και μια αδιάψευστη πραγματικότητα: η εξέλιξη του αθλήματος της καλαθοσφαίρισης στην Ελλάδα γίνεται βάσει προγράμματος και διαμορφώνει τη δική του φιλοσοφία. Αποκτά, δηλαδή, τα χαρακτηριστικά της σχολής.Αυτή η πραγματικότητα, που συνδέεται άμεσα με την κατάκτηση της πρώτης πανευρωπαϊκής θέσης στην κατηγορία των Εφήβων, προσφέρεται για έναν ευρύτερο σχολιασμό. Κατ’ αρχάς δηλώνει μια αξιοσημείωτη διαχείριση της επιτυχίας – κάποιοι λένε της συγκυρίας – από το 1987 και μετά. Όπως είναι γνωστό το δύσκολο δεν είναι να ανέβεις στην κορυφή αλλά να διατηρηθείς εκεί. Και η ελληνική καλαθοσφαίριση όχι απλώς διατηρήθηκε αλλά εδραιώθηκε.Σε αυτό συνέβαλε η εφαρμογή μιας συνεπούς πολιτικής με σεβασμό στους θεσμούς – δύσκολο εγχείρημα μέσα στο πλήρως εμπορευματοποιημένο πεδίο που διαγραφόταν – αλλά κυρίως τα πρόσωπα που υπηρέτησαν τους θεσμούς. Κυρίαρχη μέσα σε αυτό το ανθρώπινο δυναμικό η προσωπικότητα του κ. Γ. Βασιλακοπούλου. Πολλοί εστιάζουν στην ανέλιξη του στις υψηλές διοικητικές θέσεις του παγκόσμιου μπάσκετ και στη στήριξη που προσέφερε εκ της θέσης του στο μπάσκετ της χώρας μας. Ίσως όχι άδικα. Στην περίπτωση, όμως, του κ. Βασιλακοπούλου σημασία δεν έχει η εξέλιξη αλλά η διαδρομή. Ο τρόπος που διαχειρίστηκε τα μεγάλα προβλήματα του αθλήματος, όπως οι διασπαστικές κινήσεις στον ευρωπαϊκό χάρτη της καλαθοσφαίρισης, οι «ελληνοποιήσεις» αθλητών, η εμπορική πτώση του αθλητικού προϊόντος, αλλά και η συνεπής στάση που κράτησε απέναντι στους Ολυμπιακούς Αγώνες της Αθήνας δείχνουν συγκεκριμένα πράγματα. Ότι αγαπά το μπάσκετ περισσότερο από το ελληνικό μπάσκετ και ότι περισσότερο απ’ όλα αγαπά τον αθλητισμό και πιστεύει στη φιλοσοφία ζωής που αυτός πρεσβεύει. Ο κάθε χώρος έχει ανάγκη να εμπνέεται από έναν ηγέτη και κατά ευτυχή συγκυρία η ελληνική καλαθοσφαίριση τον βρήκε στο πρόσωπο του κ. Βασιλακόπουλου. Έτσι τουλάχιστον φαίνεται στα μάτια ανθρώπων – όπως του γράφοντος – που δεν τον γνωρίζουν προσωπικά, αλλά απλώς παρακολουθούν τη δημόσια πορεία του. Ίσως να μην είναι «άγιος», αλλά το βέβαιο είναι ότι εκπέμπει σε πολύ μεγάλο βαθμό συνέπεια,αποφασιστικότητα και ασφάλεια και μια μοναδικά αγνή και έντονα συναισθηματική προσέγγιση όλων των δραστηριοτήτων γύρω από το μπάσκετ. Όσοι βρέθηκαν στο Πανευρωπαϊκό Εφήβων [Αμαλιάδα,Πύργος] και είδαν με κλεφτές ματιές με τι αγωνία παρακολουθούσε τους αγώνες της Εθνικής μας, καταλαβαίνουν τι εννοώ.Δεύτερο κυρίαρχο σημείο σε αυτή τη στερέωση του οικοδομήματος της ελληνικής καλαθοσφαίρισης ήταν ο ευφυής προγραμματισμός της εξακτίνωσης του αθλήματος σε όλη τη χώρα. Το μπάσκετ δεν ήταν το αγαπημένο άθλημα των Ελλήνων, ούτε τα μικρά παιδιά μεγάλωναν χτυπώντας μια πορτοκαλί μπάλα. Το αντίθετο, μάλιστα. Κλωτσούσαν μια ασπρόμαυρη μπάλα στην αλάνα. Ο δρόμος που οδήγησε στην εποχή της «επίσημης αγαπημένης» ήταν δύσκολος και απαιτούσε κόπο και τρόπο. Αυτή η πορεία υλοποιήθηκε και μέσα από την προώθηση του μπάσκετ, τόσο ως αθλήματος όσο και ως προϊόντος, σε όλη την περιφέρεια. Μεγάλες διεθνείς αλλά και εγχώριες διοργανώσεις πραγματοποιήθηκαν με αξιοσημείωτη σταθερότητα σε πολλές πόλεις στην περιφέρεια, δημιουργώντας παράλληλα τις προϋποθέσεις για ανάπτυξη υλικών υποδομών και ανθρώπινου δυναμικού σε όλη την ελληνική περιφέρεια. Ο ήχος του χτυπήματος της μπάλας γινόταν όλο και περισσότερο αναγνωρίσιμος.Αυτή η πραγματικότητα της «σταθερής αξίας» των ομάδων μας της καλαθοσφαίρισης σε όλο το παγκόσμιο στερέωμα κινητοποίησε και ενδυνάμωσε με έναν αυτόματο τρόπο βασικές αρχές των πετυχημένων διεθνώς αναπτυξιακών μοντέλων. Ο «πήχης» έχει ανέβει, πλέον, τόσο ψηλά, ώστε η ίδια η πραγματικότητα και οι καθορισμένοι υψηλοί στόχοι να καθιστούν αναγκαία και αυτονόητη την ισότιμη και αντικειμενική διαχείριση του ανθρώπινου δυναμικού, αθλητικού – προπονητικού – παραγοντικού, μέσα από προγράμματα συνεχούς ενημέρωσης, δοκιμασίας και επιμόρφωσης σε όλες τις ηλικίες και σε διαφορετικά επίπεδα. Η επιτυχία ενός τέτοιου εγχειρήματος ξεπερνά την απλή αναφορά του. Αν θέλεις, δηλαδή, να στέκεσαι σταθερά ψηλά πρέπει αντικειμενικά να επιλέγεις τους καλύτερους και βέβαια να δημιουργείς συνθήκες υγιούς ανταγωνισμού και συνεχούς ελέγχου για να επιλέγονται οι κατά περίσταση καλύτεροι.Αυτή η κατάκτηση περιέχει στην ουσία της τα κυριότερα σημεία της φιλοσοφίας χωρών – σχολών που επιμένουν σε μια πρότυπη εικόνα αγωνιστικού αθλητισμού που σταθερά ανανεώνεται μέσα από μια πολιτική αναπτυξιακών υποδομών, όπως είναι η Αυστραλία, η Αμερική, ο Καναδάς, η Ολλανδία, η Λιθουανία και άλλες. Η πολιτική αυτή αποκτά επιπλέον αξία, γιατί εφαρμόζεται σε μια χώρα, που όπως είναι γνωστό, παρουσιάζει σημαντικό έλλειμμα σχολικού, πανεπιστημιακού και οργανωμένου σωματειακού αθλητισμού.Σε μια εποχή που τα αναβολικά, αλλά κι άλλες μορφές παθογένειας, φαίνεται να διεισδύουν σε χώρους του αγωνιστικού αθλητισμού και να δημιουργούν καχυποψία και αμφισβήτηση, απειλώντας την ίδια την αξία της άθλησης και της άσκησης, η υποδειγματική λειτουργία των αναπτυξιακών προγραμμάτων της ελληνικής καλαθοσφαίρισης δείχνει το δρόμο δράσης και δίνει ένα σαφές μήνυμα αισιοδοξίας.Ο σεβασμός των θεσμών, η κατάλληλη επιλογή προσώπων και η προγραμματισμένη διαχείριση των δράσεων εγγυάται την αυτονόητη πολιτική του μέτρου: «Για να υπάρχει σοβαρός αγωνιστικός αθλητισμός [πρωταθλητισμός] πρέπει καταρχήν να λειτουργήσει σε βάθος χρόνου ένας σωστά οργανωμένος αθλητισμός». *Δρ. Ιστορίας Αθλητισμού / Έχει διδάξει στο τμήμα Διαχείρισης Πολιτισμού και Νέων Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων.
Ο «μύθος» του ερασιτεχνικού αθλητισμού και η τραγική εικόνα των υποδομών στην Κέρκυρα Ονούφριος Παυλογιάννης* Αφορμές: • Η αναγνώριση που βαθμιαία αποκτούν η σωματική άσκηση και ο αθλητισμός, τόσο ως απαραίτητες μορφές της καθημερινής ζωής των πολιτών όσο και ως συστατικά στοιχεία του πολιτισμού μας. • Η πρωταρχική θέση που κατέχουν ανάμεσα στα μέτρα που προώθησαν πολλές ευρωπαϊκές χώρες για την αντιμετώπιση της βίας η κάθετη βελτίωση των γηπεδικών εγκαταστάσεων και η σταδιακή μετατροπή τους σε χώρους ποιοτικής ψυχαγωγίας και πολιτισμού. Η χώρα μας δεν μπορεί να υπερηφανεύεται για τα αθλητικά της μοντέλα. Δεν θα ήταν υπερβολή, μάλιστα, αν κάποιος διαπίστωνε την έλλειψη αθλητικού αναπτυξιακού μοντέλου. Αν αποδεχτούμε ότι ο σχολικός και ο πανεπιστημιακός αθλητισμός είναι σχεδόν ανύπαρκτος και η τοπική αυτοδιοίκηση συνεχώς απούσα, τότε σχηματικά μπορούμε να αναφερθούμε μόνο στο σωματειακό αθλητισμό, με επαγγελματικούς και ερασιτεχνικούς οργανισμούς. Μια γενική άποψη που προκύπτει από τη λειτουργία του αθλητικού νόμου, από την οργάνωση και την εκπροσώπηση των επαγγελματικών ομάδων, από το λόγο των ΜΜΕ και από τα πορίσματα των ειδικών επιστημόνων είναι ότι μόνο οι επαγγελματικές ομάδες, εξ ορισμού άλλωστε, βρίσκονται σε θέση να γνωρίζουν με ακρίβεια τις παραμέτρους λειτουργίας τους και κατ’ επέκταση να οργανώνουν την πορεία τους. Αντίθετα ο ερασιτεχνικός αθλητισμός φαίνεται παρατημένος σε μια έρημο αδιευκρίνιστων συνιστωσών, δίνει την εικόνα ότι η συνέχεια του επαφίεται, ευτυχώς, στην ανιδιοτελή αγάπη κάποιων ανθρώπων ή, δυστυχώς, στις σκοπιμότητες κάποιων άλλων. Ελάχιστες είναι οι περιπτώσεις ερασιτεχνικών σωματείων που έχουν αναθέσει την οργάνωση, την προβολή και κατ’ επέκταση την ανάπτυξη της δράσης τους σε ειδικούς επιστήμονες.Αυτοί οι σύλλογοι,άλλωστε δρέπουν ήδη τις δάφνες των επιλογών τους, διασώζουν μερικώς την εικόνα του ελληνικού ερασιτεχνικού αθλητισμού, αλλά παράλληλα παραπληροφορούν, άθελα τους, γιατί δημιουργούν μια επίπλαστη αισιοδοξία.Μέσα σε κοινωνικές συνθήκες σκληρές και άνισες, ο ερασιτεχνικός αθλητισμός στην Κέρκυρα ζει ανεξήγητα(;) το δικό του μεσαίωνα, σε αντίθεση με άλλες περιοχές που απολαμβάνουν τη δική τους άνοιξη. Ενδεικτική και γεωγραφικά κοντινή περίπτωση είναι αυτή της Θεσπρωτίας, στα όρια της οποίας καταγράφονται τρία κλειστά γυμναστήρια, χωρίς αυτό να δικαιολογείται από την αγωνιστική δραστηριότητα της περιοχής . Ανάλογη είναι η κατάσταση στις περισσότερες περιοχές της Ελλάδας.Σε μια εποχή που ο ελεύθερος χρόνος «στοιχίζει» ακριβά, που ο μονοδιάστατος χαρακτήρας της εκπαίδευσης δεν επιτρέπει την ανάπτυξη του σχολικού αθλητισμού, που η καθιστική ζωή και η παχυσαρκία απειλούν, που ο πρωταθλητισμός πιέζει, το αίτημα για τη διατήρηση και την αυτόνομη λειτουργία του «ερασιτεχνικού σωματείου» αποκτά κοινωνική και πολιτική διάσταση, γιατί συνδέεται με την ποιότητα ζωής του σύγχρονου πολίτη, άρα συγκαταλέγεται ανάμεσα στα πρωταρχικά δικαιώματα του. Πιο απλά η διασφάλιση της γυμναστικής και αθλητικής ζωής του πολίτη είναι ζήτημα δημοκρατίας, αποτελεί συστατικό στοιχείο πολιτισμού και παρ’ όλα αυτά επειδή δεν προστατεύεται μετατρέπεται σε πρόβλημα. Αυτό το πρόβλημα έχει διττό χαρακτήρα. Σε ένα πρώτο επίπεδο αφορά στην έλλειψη αθλητικού οράματος και επικεντρώνεται στην πολιτεία που αδυνατεί να δει στην πράξη το θέμα της απρόσκοπτης συνέχειας των ερασιτεχνικών ομάδων. Έχουμε διερωτηθεί κάτι πολύ απλό: αν και πως συντηρούνται αυτά τα αθλητικά σωματεία που στην πλειοψηφία τους επιτελούν ουσιαστικό έργο, προσφέροντας μορφές αγωγής σε παιδιά και σε νέους ανθρώπους. Το ερώτημα, δηλαδή, που επιτακτικά απαιτεί απάντηση είναι με ποιο τρόπο μπορεί να διασφαλιστεί η επιβίωση των ερασιτεχνικών ομάδων. Και σε αυτό το σημείο και οι ευθύνες της τοπικής αυτοδιοίκησης δεν είναι μικρές. Χρειάζεται άμεση χάραξη του χάρτη των ερασιτεχνικών σωματείων στην Κέρκυρα, αξιολόγηση της δράσης τους – όχι απαραίτητα με αγωνιστικά κριτήρια – και ουσιαστική ενίσχυση του έργου τους. Σε ένα δεύτερο επίπεδο τα προβλήματα που εστιάζονται στην Κέρκυρα ξεκινούν από τις ελάχιστες και ανεπαρκείς αθλητικές εγκαταστάσεις σε χώρο και σε χρόνο, μάλιστα, που η «κλασική» αλάνα του παιχνιδιού σχεδόν εξαφανίζεται. Ελάχιστοι οι χώροι για οργανωμένη αθλητική άσκηση, ένα «αρχαίο» κλειστό γυμναστήριο, που αδυνατεί να εξυπηρετήσει αθλητές όλων των ηλικιών και διαφορετικών αθλημάτων και ένα βοηθητικό κλειστό που ακόμη δε διαθέτει καλάθια. Επειδή, όμως, οι δυσκολίες που άπτονται των αθλητικών υποδομών είναι αφάνταστα μεγάλες,ας εξειδικεύσουμε το θέμα και ας αναφερθούμε απλώς σε μια περίπτωση, στην (υπο)λειτουργία του Ναυσιθόειου Γυμναστηρίου στο χώρο των Λυκείων, που σημειωτέον αποτελεί το μοναδικό βοηθητικό προπονητικό χώρο σε επίπεδο νομού για όλα τα αθλήματα που χρειάζονται κλειστές συνθήκες άσκησης (καλαθοσφαίριση, πετοσφαίριση, χειροσφαίριση, κρίκετ).Η κατάσταση που επικρατεί στον εν λόγω χώρο είναι ενδεικτική της αδιαφορίας που η «πολιτεία» στις διάφορες μορφές της επιδεικνύει απέναντι σε ουσιώδη ζητήματα, όπως είναι η άθληση των νέων. Δεν θα ήταν άδικο αν χαρακτήριζε κάποιος την κατάσταση των αθλητικών υποδομών της Κέρκυρας πρωτόγονη κι αν εκτιμούσε ότι «επάξια» καταλαμβάνουμε μία από τις τελευταίες θέσεις στο σχετικό κατάλογο των νομών της χώρας. Γι αυτό λοιπόν η νέα διοίκηση του Οργανισμού Νεολαίας και Άθλησης του Δήμου Κερκυραίων καλείται να προγραμματίσει άμεσα τον ευπρεπισμό, την οργάνωση και την ανάδειξη του κλειστού αυτού χώρου άθλησης. Παράλληλα επιβάλλεται να οργανώσει και να συντονίσει ένα διάλογο που θα καταλήξει σε εφαρμόσιμες προτάσεις αθλητικής πολιτικής. Ασφαλώς και το θέμα του ερασιτεχνικού αθλητισμού και των αθλητικών υποδομών της Κέρκυρας είναι ευρύτερο και ασφαλώς δεν αφορά μόνο στην επίσημη πολιτεία και την τοπική αυτοδιοίκηση. Είναι ζήτημα του κάθε πολίτη, γιατί συνδέεται άμεσα με τα αιτήματα της υγείας, της αγωγής, της ψυχαγωγίας, του πολιτισμού. Εκτιμώ ότι στην παρούσα φάση μόνο θετικά σχόλια θα λάμβανε μια κίνηση πολιτών που θα στόχευε στην καταγραφή και στην προβολή των προβλημάτων του αθλητισμού και στην ανάδειξη της κοινωνικής και πολιτισμικής διάστασης του. * Δρ. Ιστορίας του Αθλητισμού
…Άλλη μία πρόταση Ονούφριος Παυλογιάννης* Στο τακτικό άρθρο του στο «Βήμα της Κυριακής» [07/12/2008] ο Ζήσης Καραβάς θυμίζει με συντομία και περιεκτικότητα την εξελισσόμενη στο χρόνο γνωστή «συναλλαγή» μεταξύ της επίσημης πολιτείας και των αθλητικών ΠΑΕ / ΚΑΕ [Αθλητικές Α.Ε.] με θέμα τη χαριστική ρύθμιση χρεών εκατομμυρίων ευρώ. Αναφορές γίνονται στη ρύθμιση αλλά και στη διαγραφή χρεών κάποιων ΠΑΕ και ΚΑΕ «εν μια νυχτί» διαμέσου αποφάσεων [βλ. περιπτώσεις «Βενιζέλου», «Ορφανού»] ή μέσω της υπαγωγής τους στο περιώνυμο άρθρο 44 περί προβληματικών Α.Ε.Ο δημοσιογράφος εστιάζει την κριτική του στη διαμόρφωση μιας κατάστασης με κυρίαρχο στοιχείο την ατιμωρησία στο χώρο του επαγγελματικού αθλητισμού. Σε αντίθεση με αυτά που επικρατούν στο διεθνές αθλητικό περιβάλλον και που αφορούν στις ευθύνες προσώπων και ομάδων, στην Ελλάδα στελέχη και ομάδες σπανίως τιμωρούνται. Από την άλλη πλευρά, βέβαια, ομάδες μικρού ή μεσαίου διαμετρήματος, που δε διαθέτουν την πολυτέλεια του πλήθους των οπαδών, δηλαδή το πλεονέκτημα της πολιτικής πίεσης, αναγκάζονται λόγω χρεών να εγκαταλείπουν πρωταθλήματα ή και να διαλύονται. Διαφορετικά μέτρα και σταθμά κι ένα μήνυμα εξαιρετικά επικίνδυνο: ο ανοχύρωτος χώρος του επαγγελματικού αθλητισμού προσφέρεται για «αρπαχτές».Πέραν τούτων των σοβαρών διαπιστώσεων, η συγκεκριμένη κατάσταση οδηγεί αναγκαία σε μια ευρύτερη συζήτηση με κύρια θέματα το αιτούμενο της αθλητικής πολιτικής και το μέλλον του ερασιτεχνικού αθλητισμού. Αυτή η υποκριτική και ενίοτε προκλητική συναλλαγή της πολιτείας με τις αθλητικές επιχειρήσεις προκαλεί απογοήτευση και θυμό στους πολίτες και βέβαια στους ανθρώπους του αθλητισμού. Μεγάλο μέρος αυτών των ανθρώπων, που αφιερώνουν τον [μη] ελεύθερο χρόνο τους και κυρίως καταθέτουν την ψυχή τους στη λειτουργία του ερασιτεχνικού αθλητισμού, γνωρίζουν πολύ καλά ότι αν η Πολιτεία διεκδικούσε δυναμικά τα εκατομμύρια - ή μήπως δισεκατομμύρια - ευρώ, ως όφειλε και όπως θα έκανε σε κάθε άλλη περίπτωση, τα χρήματα αυτά θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν για τη διαμόρφωση μιας στρατηγικής ανάπτυξης του αθλητισμού με σαφή πολιτικά, κοινωνικά και ανθρωποκεντρικά χαρακτηριστικά και για την ενίσχυση των ερασιτεχνικών σωματείων και των σχολικών αθλητικών δομών.Η διαχείριση τόσων χρημάτων θα μπορούσε να «καλύψει» την ανικανότητα της αθλητικής ηγεσίας και να δημιουργήσει ανέλπιστες δυνατότητες για την επεξεργασία μιας εναλλακτικής πρότασης που θα στοχεύει στη στήριξη του ερασιτεχνικού και του σχολικού αθλητισμού, τοποθετώντας στο κέντρο τον αθλούμενο πολίτη και υλοποιώντας τη συνταγματική επιταγή για τον αθλητισμό ως κοινωνικό δικαίωμα. Μιας πρότασης, δηλαδή, που θα τέμνει και θα συνδέει τις ανάγκες και τις πραγματικότητες στο χώρο του αθλητισμού, της παιδείας, της υγείας, του πολιτισμού και παράλληλα θα παράσχει τη δυνατότητα στα ερασιτεχνικά σωματεία να συνδυάσουν τους αγωνιστικούς προσανατολισμούς τους με τη διαμόρφωση μιας κοινωνικής βάσης με άξονες τη φύλαξη και την ενίσχυση της υγείας, την ποιοτική και ανέξοδη διαχείριση του ελεύθερου χρόνου, την ομαλή κοινωνικοποίηση των νέων. Μιας πρότασης, εν τέλει, που θα βοηθήσει τα αθλητικά σωματεία να αποκτήσουν ξανά τα μέσα για να μετατραπούν σε «αλάνες» που θα φιλοξενήσουν τα γέλια των παιδιών.Μιλάμε με λίγα λόγια για μια πολιτική εκδημοκρατισμού του αθλητισμού που θα διασφαλίσει την υλική ενίσχυση των ερασιτεχνικών αθλητικών σωματείων στη βάση μιας αξιολόγησης τους με κοινωνικούς όρους. Με βάση αυτά τα δεδομένα πολλά αθλητικά σωματεία θα μπορούν να χρηματοδοτήσουν και να εφαρμόσουν διάφορα προγράμματα και κυρίως θα υλοποιούν στην πράξη βασικά αιτούμενα του σύγχρονου πολιτισμού. Θα κατοχυρώνουν, αφενός, το δικαίωμα του κάθε πολίτη και της κάθε κοινωνικής ομάδας να απολαμβάνει ισότιμα όλες τις μορφές της αθλητικής άσκησης και θα συμβάλουν, αφετέρου, στην ανάπτυξη αντικειμενικών συνθηκών και υποδομών άσκησης σε όλη την επικράτεια της χώρας και ειδικά σε αυτές τις περιοχές, συνήθως της επαρχίας, που οι αθλητικές δομές είναι προβληματικές ή και ανύπαρκτες.Είναι εμφανές στον καθένα ότι μια τέτοια πραγματικότητα θα ευνοούσε αφάνταστα τον τόπο μας, την Κέρκυρα, όπου σε αντίθεση με άλλες περιοχές της Ελλάδας που τα γυμναστήρια και τα στάδια περισσεύουν και είναι δυσανάλογα πολλά σε σχέση με τα αθλήματα που καλλιεργούνται και τις ομάδες / συλλόγους που δρουν, οι αξιοπρεπείς χώροι άσκησης και προπόνησης είναι ανύπαρκτοι και κατά συνέπεια οι προοπτικές σωστής λειτουργίας των ερασιτεχνικών σωματείων ελάχιστες.Η αίσθηση αυτού του δυσοίωνου αθλητικού μέλλοντος που έρχεται και αφορά κυρίως την Κέρκυρα συναντά τις παρατηρήσεις – σκέψεις του φίλου Τάσου Τσικάρη στο εξαιρετικό editorial του στην «Καθημερινή Ενημέρωση» που αναφερόταν στη συμμετοχή και μαθητών – αθλητών στις πορείες διαμαρτυρίας. Αυτοί οι μικροί/ές και οι έφηβοι αθλητές/τριες της Κέρκυρας που επέλεξαν να αθλούνται έχουν ένα επιπλέον λόγο να διαμαρτύρονται, δεδομένου ότι είναι αναγκασμένοι να ανέχονται μια «τριτοκοσμική» αθλητική πραγματικότητα, να προπονούνται σε «πολικές» συνθήκες, να αισθάνονται το πάγωμα του γέλιου τους, να ζεσταίνουν τα κοκαλιασμένα δάκτυλα τους, να ψάχνουν την μπάλα μέσα στην ομίχλη. Αυτοί οι μικροί αθλητές, που παρ’ όλα αυτά επιμένουν να ασκούνται, έστω και με παγωμένο χαμόγελο, έχουν κάθε λόγο να αισθάνονται την ανισότητα και την αδικία και κατ’ επέκταση έχουν κάθε λόγο να δημοσιοποιούν τη δυσαρέσκεια τους απέναντι σε όλους εμάς που δεν καταφέραμε να εγγυηθούμε το δικαίωμα τους στον αθλητισμό, δηλαδή στον πολιτισμό. Προς το παρόν δε χάνουν το κουράγιο τους και κυρίως το χιούμορ τους και συνεχίζουν να αισιοδοξούν λέγοντας ότι με τις προπονήσεις στα παγωμένα εξωτερικά γήπεδα μπορούν τουλάχιστον να παρατηρούν τον ουρανό. Το θέμα είναι για πόσο ακόμη θα αντέξουν να παραμένουν «παιδιά που μετράνε τα άστρα». * Δρ. Ιστορίας Αθλητισμού / Έχει διδάξει στο τμήμα Διαχείρισης Πολιτισμού και Νέων Τεχνολογιών του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. |


