Αγγέλα Αποστολοπούλου

"Μαζί με την ποίηση,
τον πόλεμο,
την ταυρομαχία,
το τσίρκο είναι από τα ελάχιστα σκληρά αγωνίσματα που επιζούν."
 
Ζαν Ζενέ, Ο Σκοινοβάτης

το μπλογκ μου

Διαδρομές

 

 

Η ευλογημένη των νεκρών

 

Άρχισε να τραβάει προς τον ορίζοντα. Στη μια της μασχάλη είχε κάνει φωλιά μια χελιδονομάννα. Στην άλλη ένα μικρό φίδι. Προχωρούσε προσέχοντας τις κινήσεις των χεριών της, μη χαλάσει τις φωλιές. Ανησυχούσε και να μη διαταράξει την ασφάλεια της άγνοιας. Τα αυγά κινδύνευαν εκατέρωθεν. Ευτυχώς, σκεφτόταν, η θέση δεν διευκολύνει την αποκάλυψη. Είναι εκ διαμέτρου αντίθετα. Η αριστερή της πλευρά ήταν από άμμο. Η δεξιά από κλαδιά. Στη μέση έτρεχε ένας ποταμός. Ξεκινούσε από τη ρίζα του μετώπου και την διέτρεχε ως κάτω, με διακλαδώσεις στα χέρια και τα πόδια. Τον είχε ονομάσει Αλ Ασάρ, χωρίς να ξέρει γιατί. Έβρισκε στον δρόμο της αγριόχορτα καθώς προχωρούσε, και τα ξερίζωνε μηχανικά. Στα φρύδια της πού και πού έπεφτε χιόνι. Το τίναζε με βιαστικές κινήσεις και τότε κινδύνευαν οι φωλιές να χαλάσουν. Κάποιες φορές χιόνιζε και στον ύπνο της. Ξυπνούσε με κρυστάλλους να κρέμονται μπρος στα μάτια της, λούζοντας τις βλεφαρίδες της σιγά-σιγά, καθώς ο ήλιος ανέβαινε.

 

Κοιμόταν πάντα μέσα στα κοιμητήρια, κάτω από τα κυπαρίσσια. Ήταν το πιο ασφαλές μέρος για μια γυναίκα. Και ονόμαζε τον εαυτό της «η ευλογημένη των νεκρών». Κυριολεκτικά και μεταφορικά. Ήξερε πως μοναδικοί της σύμμαχοι ήταν οι νεκροί. Δεν θυμόταν πώς άρχισε αυτή η φυγή. Ήταν προτιμότερο. Έπιανε όμως πολύ εύκολα κουβέντα με τις πεταλούδες. Γιατί ήταν όμορφες. Και γιατί τραβούσαν όπως εκείνη πάντα προς τον ορίζοντα. Καμμιά φορά, όταν παρασυρόταν από τον ενθουσιασμό της, το εκμυστηρευόταν αυτό στους ανθρώπους. Εκείνοι την κοίταζαν καχύποπτα και της έλεγαν αυστηρά: «Ως γνωστόν οι πεταλούδες έχουν ασυνάρτητο πέταγμα». Τότε εκείνη θυμόταν το λάθος της και σώπαινε απότομα. Αυτές τις στιγμές –μόνο αυτές τις στιγμές- τής ερχόταν μια αμυδρή ανάμνηση τής μέρας που έφυγε. Είχε κάποια σχέση με τον ορίζοντα. Και τον ορισμό του. Και το όριο του ορισμού… Ή κάτι τέτοιο τελοσπάντων. Σταματούσε αποφασιστικά τη σκέψη της, και έσκυβε να φροντίσει όπως-όπως τις δυο φωλιές στις αμασχάλες της.

 

Ένα βράδυ κοιμήθηκε πολύ κουρασμένη, και είδε όνειρο. Ήρθε ένα παιδί, γύρω στα δέκα. Ένα όμορφο υγιέστατο αγόρι, με μια τραγιάσκα στο κεφάλι. Την πλησίασε πολύ κοντά στο πρόσωπο. Το έξυπνο προσωπάκι του την κοίταξε στα μάτια με άνεση, και της είπε: «Είναι όπως στα μυθιστορήματα. Στα μυρωδικά μυθιστορήματα. Όλα ανακατεύονται ευωδιαστά!...» Η ευλογημένη των νεκρών δεν κατάλαβε, αλλά δεν πρόλαβε να ρωτήσει. Το παιδί χαμογελούσε ελαφρά σαν σοφός, καθώς χανόταν, αφήνοντας πίσω μόνο το κενό του.

 

Όταν ξημέρωσε οι φωλιές είχαν εξαφανιστεί από τις μασχάλες της. Μερικά μικρά φιδάκια αγκαλιάζονταν ευτυχισμένα πάνω στο μάρμαρο, και μερικά χελιδονάκια τιτίβιζαν χαρούμενα στα κλαδιά του κυπαρισσιού. Καθώς ανακλαδίστηκε ανακουφισμένα, είδε την πλάκα στο μνήμα, που ζεσταινόταν αργά από την καινούρια μέρα. Έγραφε:

 

 

Αλ Ασάρ

1983 - 1993

 

Όριο δεν υπάρχει.

Εμείς ορίζουμε τον ορίζοντά μας.

Καλό ταξίδι γλυκό μου παιδί.

Η μητέρα σου

 

 

 

-----------------------------------------------------------------

 

 

 

 

Αναμονή

 

Τα μαλλιά του μάκραιναν ακατάστατα κι επίμονα. Τσουλούφια πετάγονταν δεξιά κι αριστερά, σαν κλαδιά γέρικου κέδρου. Και τον σκέπαζαν. Ώρες - ώρες του φαινόταν πως και τα δάχτυλά του μάκραιναν έτσι ανεξέλεγκτα, αλλά πάλι δεν ήταν σίγουρος. Όμως όλο και περισσότερο ένοιωθε να κολλάει πάνω στα έπιπλα που καθόταν, καθώς η σάρκα του –έπρεπε πια να το παραδεχτεί- είχε αρχίσει να αποσυντίθεται. Ευτυχώς δεν πονούσε, έτσι που έλιωνε αργά, μόνο που τον ενοχλούσαν όλοι αυτοί οι λεκέδες πάνω στον καναπέ, στις καρέκλες, στο στρώμα, παντού.

Πιο πολύ τον ανησυχούσε η όρασή του. Δυσκολευόταν πια ν’ αναγνωρίσει τα πράγματα γύρω του. Τα σκεύη, τα έπιπλα, μέχρι και οι πόρτες και τα παράθυρα, είχαν αποκτήσει ένα ασαφές, ακαθόριστο σχήμα, κι αυτό όπως ήταν φυσικό έκανε τη ζωή του τραγελαφική. Συχνά, για παράδειγμα, έπαιρνε το ρολόι του τοίχου για ταριχευμένο κεφάλι ελαφιού, απ’ τους καιρούς που κυνηγούσε, ή για παλιά οικογενειακή φωτογραφία, και αναζητούσε ανάμεσα στους δείκτες ξεχασμένα γνώριμα πρόσωπα. Άλλοτε πάλι πήγαινε στον καθρέφτη, και προσπαθούσε να τον ανοίξει να μπούνε τα πουλιά, που από μικρός του άρεσε να ταΐζει, ή έκανε την ανάγκη του μέσα σ’ ένα συρτάρι ή μέσα στην πάντα σβηστή ξεχαρβαλωμένη σόμπα. Κατάφερνε να ξεχωρίζει ακόμη μόνο τους τοίχους, το πάτωμα και το ταβάνι. Όχι με σαφήνεια φυσικά. Ήξερε το πάνω, το κάτω, το μπρος, το πίσω, αλλά δεν μπορούσε να υπολογίσει τις κόγχες, τις αποστάσεις, τα ανοίγματα. Η κίνησή του είχε γίνει εξαιρετικά προβληματική. Συνέχεια σκουντουφλούσε εδώ κι εκεί, και το ταλαιπωρημένο σώμα του είχε γεμίσει μώλωπες και μελανιές. Το δέρμα του, που προέβαλλε πια ελάχιστη αντίσταση σε οποιοδήποτε χτύπημα, άνοιγε με το παραμικρό. Ήταν γεμάτος πληγές.

Το χειρότερο ήταν εκείνες οι ξαφνικές ζαλάδες. Πώς να προφυλαχτεί, έτσι καθώς άνοιγαν κάθε τόσο μπροστά στα μάτια του βάραθρα απύθμενα, ιλιγγιώδεις σήραγγες, τούνελ και λαβύρινθοι. Τα παράθυρα είχαν γίνει αληθινός εφιάλτης. Δεν τολμούσε να κοιτάξει ένα παράθυρο, και αίφνης τον άρπαζε δίνη, που τον στριφογύριζε ανελέητα στα βάθη του κόσμου τούτου και του άλλου. Οι σκούρες, μεσ’ στην σκόνη κουρτίνες τον προφύλασσαν κάπως, αλλά ώρες-ώρες αρκούσε η μνήμη του παραθύρου για να του προκαλέσει την παράκρουση. Ένοιωθε το μυαλό του να λιώνει κάτω απ’ την πίεση, τ’ αυτιά του να σπάνε από κείνο το φοβερό και διαρκές βουητό, που έβγαινε κατευθείαν απ’ το κέντρο του κεφαλιού, τα μάτια του να πονάνε και να καίγονται. Το σώμα του σφάδαζε κι έτριζε σαν παλιό ορυχείο σε σεισμό, μέχρι που ξέσπαγε σ’ ένα βαθύ συρτό ουρλιαχτό, που ξεκινούσε απ’ την κοιλιά και σταθερά ανέβαινε και δυνάμωνε, μέχρι ΄ν’ ακούσει να σπάνε γυαλιά –έτσι νόμιζε.

Τότε ξαφνικά συνερχόταν, κι όλα σταματούσαν απότομα. Ο ίλιγγος, το βουητό, το κάψιμο. Κι εκείνος βρισκόταν ακίνητος, πεσμένος στο πάτωμα, μ’ όλα τα έπιπλα από πάνω του να τον κοιτούν χλευαστικά. Το πρώτο που σκεφτόταν καθώς συνερχόταν ήταν οι γείτονες, που εδώ και καιρό ήταν βέβαιος, κι ας μην τους έβλεπε ποτέ, πως τον κοιτούσαν καχύποπτα, σαν να ‘ταν τρελός ή μίασμα. Του ανέβαινε τότε απ’ το στομάχι ένας βιαστικός εμετός, που τον έπνιγε πριν προλάβει να τρέξει –να συρθεί πιο σωστά- στην τουαλέτα ή τον νεροχύτη. Ξέρναγε όπου εύρισκε, μα το πιο πολύ πάνω του, κι έπειτα βρώμαγε ολόκληρος.

Αυτό του στοίχιζε περισσότερο απ’ όλα. Η μυρωδιά. Μύριζε απαίσια. Οι σάρκες του που έλιωναν, μαζί με τα ξερατά και τα περιττώματα, που στέγνωναν πάνω του, τον έκαναν ν’ αηδιάζει. Όσο κι αν την είχε μισοσυνηθίσει αυτή την μυρωδιά, δεν την άντεχε.

Για μπάνιο ούτε να το σκεφτεί. Άλλο μαρτύριο. Η στιλπνή, λευκή επιφάνεια τον έριχνε σ’ άλλη παράνοια. Νόμιζε πως βρίσκεται πάνω σε κάποια απέραντη, παγωμένη λίμνη, χωρίς αρχή και τέλος. Τα πόδια του γλιστρούσαν, και από πουθενά δεν είχε να πιαστεί. Έπεφτε τσακίζοντας όλα τα μέλη του, και σηκωνόταν με αργές, κοπιαστικές ,κινήσεις, για να ξαναπέσει την επόμενη στιγμή, ενώ μια απόλυτη, νεκρική αυτή την φορά, σιγή έφτανε την απελπισία του στο απροχώρητο.

Ούτε κι ο ύπνος τον ξεκούραζε πια. Κοιμόταν άστατα, χωρίς νύχτα και μέρα, έτσι θεόκλειστα στο φως που ήταν όλα, με πετάγματα και παράξενες εικόνες να γεμίζουν το μυαλό του. Ξυπνούσε απότομα, νοιώθοντας στο στήθος του πεταρίσματα, προάγγελους θανάτου. Κάποτε-κάποτε, σπάνια, βούλιαζε σ’ έναν βαθύ ύπνο, σαν νεκρός. Τότε μονάχα ησύχαζε. Ούτε εφιάλτες, ούτε ίλιγγοι, ούτε σιχαμερές μυρωδιές. Τίποτα. Αυτές οι δόσεις θανάτου ήταν η μοναδική του ανακούφιση. ‘‘Ο θάνατος…, μονολογούσε όταν ξυπνούσε, μόνο ο θάνατος λυτρώνει τον άνθρωπο’’. Κι αυτή η σκέψη ήταν η μόνη που τον ημέρευε.

 

Ένα πρωινό χτύπησε η πόρτα. Δεν χρειάστηκε ν’ ανοίξει. Δεν την έκλεινε πια –από τι να προστατευτεί; Κάποιος την έσπρωξε και το ανελέητο φως πόνεσε τα  μισότυφλα μάτια του.

«Ποιος είναι;»

«Παππού…»

Η φωνή νεανική, γνώριμη, γλυκιά, έκπληκτη.

«Κοριτσάκι μου… κοριτσάκι μου…»

«Παππού;…»

«Μη. Μην πλησιάζεις. Βρωμάω. Βρωμάω θάνατο. Όχι, όχι. Ο θάνατος είναι όμορφος. Η αργοπορία του μόνο βρωμάει. Αλλά εγώ… εγώ σε περίμενα… Γι’ αυτό… Στάσου. Στάσου εκεί. Σε περίμενα για να σου δώσω… Εσένα περίμενα…»

Το κορίτσι έχει σταθεί αμήχανο, αναποφάσιστο, σοκαρισμένο… Λυπάται και σιχαίνεται… Πώς τα κατάφερε και τον εγκατέλειψε έτσι;… Ντρέπεται… ντρέπεται… Θέλει να τον αγκαλιάσει, να του ζητήσει συγγνώμη… Αλλά πάλι… Δεν προλαβαίνει ν’ αποφασίσει. Εκείνος έχει κάνει ένα ετοιμόρροπο βήμα πίσω, έχει σκύψει, και τώρα καθώς μισοσηκώνει το κουρελιασμένο κορμί του, κρατάει στο χέρι του κάτι. Το αφήνει κάτω, μπροστά στα πόδια του, και τρεκλίζοντας εξαφανίζεται στο βάθος του δωματίου,  ψελλίζοντας  «είναι ό,τι μου απέμεινε… φύγε… μη με βλέπεις άλλο… δεν κάνει… πάρτη… δική σου…»

Το κορίτσι κάνει δυο αβέβαια βήματα μπροστά, σκύβει, χωρίς να καταλαβαίνει. Πιάνει στα χέρια της κάτι μαλακό, που πάλλεται ρυθμικά… Τινάζεται πίσω και παραλίγο να της πέσει από τα χέρια. «Παππού… παππού… τι;… Η καρδιά σου!… παππού!;;…»

Εκείνος δεν απαντάει, δεν ουρλιάζει, δεν σιωπά, δεν βλέπει, δεν ακούει, δεν μυρίζει, δεν πονάει. Επιτέλους.

 

 

 

------------------------------------------------------------