|
Ξυπνώ με φοίνικες στα μάτια μου Ψηλούς όσο το μπόι της απόστασης Που με χωρίζει από την πεζότητα των βημάτων μου Με χαιρετούν φορτωμένα φεγγάρια ασύντακτα Άλλοτε κόκκινα, άλλοτε χρυσά, άλλοτε αχνά γαλάζια Πνιγμένα στην υγρασία που ανεβαίνει πηχτή Από τη ζεστασιά του χώματος Οι ιθαγενείς εκεί κρυφοί Χαμένοι μέσα στην καρδιά τους Τρυφερή σαν καρπός φωτεινής νύχτας Και το χαμόγελό τους ποτίζει τον υγρό αέρα Με χρυσίζουσες ριπές Τα μαύρα τους μαλλιά αστράφτουν Υγεία ξεχασμένη από την εποχή των αθώων λίθων Και κολυμπάει της αιώνιας σοφίας ο ιχθύς Στα βαθιά τους μάτια Οι άνθρωποι εκεί φύτρωσαν στην άμμο μαζί με τους φοίνικες Κι αναδεύουν τα χέρια τους μόνο προς τον ουρανό Καθώς συλλέγουν από τα φρούτα το γάλα της ζωής Ή ανοίγοντας τις αγκαλιές τους στα ευγενικά καλάμια Τα σπίτια τους αυτά μόνο πλέουν στο νερό Δεμένα προσωρινά απ’ τον κορμό της φοινικιάς Έτοιμα πάντα για το μεγάλο ταξίδι Μα πνίγονται πάντα στο ίδιο νερό που τους γέννησε Ίδια κι απαράλλαχτα μ’ όλους εμάς Που καρφώνουμε τα σπίτια μας στο χώμα Να μην τα πάρει ο άνεμος
Μόνο που είναι πιο ήσυχο να λιώνεις στο νερό Αντί στο χώμα
16/2/08
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Salto mortalis
Μολύβια καλοξυσμένα καρφωμένα στη ράχη του πτώματος αντιστρόφως ανάλογο ένα φτερό βουτάει στο μελανοδοχείο έξω βρέχει βροχή αστήρικτη τα πομπώδη επιχειρήματά της εξαντλούνται γρήγορα σ’ ένα βιαστικό πότισμα οι δεξαμενές άδειασαν -όλες οι δεξαμενές- διψάμε άκρως νατουραλιστικά το φτερό μάς κοιτάζει αμήχανο και ξαπλώνει να χαρεί έναν δίκαιο ύπνο έχει πληρώσει την αδικία προ πολλού δεν μας χρωστάει τίποτα εμείς του χρωστάμε μα αδιαφορούμε τα χρέη παραγράφονται όταν διψάς -σεισάχθεια το είπε ο Σόλων- όλα πληρώνονται με θάνατο όταν διψάς -φυσική επιλογή το είπε ο Δαρβίνος- απ’ την άλλη το κορίτσι γελάει τι ωφελεί να του μιλάς για δίψα; θα κολυμπήσει στον κατακλυσμό μόνη της ακολουθώντας μια αντρική μυρωδιά ως τα πέρατα του κόσμου για να σωθεί ένα θέλω φτιαγμένο από μικρά ντενεκάκια κι άλλες τόσες πεταλούδες valerianus omnibus να ξαναρχίσει ο κόσμος διαλέγω την πιο πεθαμένη λέξη για να πω το άσπρο όμως με προλαβαίνει μια ακατάσχετη ρινορραγία και ρίχνει πάνω μου όλο το φταίξιμο του κόκκινου νερού χάνομαι στις δικαιολογίες ελπίζοντας να με ξεχάσουν αλλά όλα τραβιούνται πίσω σαν για να δείξουν τον άδειο τάφο εγώ τότε εκτινάσσει το ταμπλώ new game και αναγκάζομαι να παίξω για να μη μείνω πίσω στο σκορ και γιατί όλοι μιλάνε ψιθυριστά μεταξύ τους «νόμιζε θα μας κοροϊδέψει / δεν μασάμε / καλά να τα πάθει / όχι / ναι » τίποτα δεν μ’ ενδιαφέρει μόνο οι μουσούδες των ποντικών που ξετρυπώνουν πεινασμένες για τυρί ροκανίζουν τον αέρα. Τον αέρα! Ταρατατζούμ! Αρχίζει κάτι που πρέπει να τελειώσει βασικά θέλω να πω πως όλα γίνονται μόνο για να τελειώσουν πρέπει να πεθάνουν πρέπει, μα είναι τόσο ευτραφείς ο αέρας μου τελειώνει salto mortalis οι ποντικοί πρέπει να πεθάνουν πριν φάνε όλον τον αέρα. Αέρας ή θάνατος! Πηδώ μέσα στον άδειο τάφο πέφτω πάνω σ’ έναν κίτρινο θάνατο ερχόμαστε μούρη με μούρη και δεν ξέρω τι να κάνω όμως αναπνέω. Απορώ πού πήγαν όλα τα ποντίκια; Η μπόρα περνάει βιαστική κρατώντας μια πεθαμένη Αργεντινή στα χέρια όλα αρχίζουν για να τελειώσουν ο θάνατος φτάνει για όλους ο αέρας όχι. Θα σκοτώσω. Για να σωθεί το κορίτσι που κολυμπάει μόνο στους κατακλυσμούς Το φτερό θα γείρει ήσυχα στο πλάι της.
3/10/08
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Μόνο από μισθοφόρους οι κόκκινες στρατιές
Και ποδοβολητά στων ποιητών τις ράχες Ριπές οι μέρες γάζωναν τα τελευταία στάχυα Ο ένας καθρέφτης έσταζε μετά τον άλλον αίμα Και χνώτο ραγισμένο Εν σωτηρίω έτει Αμίλητα γεννιούνται τα παιδιά ‘βγάζουν νυχάκια Κι αφρίζουνε κακό οι γενέθλιοι τόποι Θεών και ανέμων Εν σωτηρίω έτει Ανατριχιάζει ο μυστηριακός μες στο εικόνισμα Στιλβώνουν τα χαϊμαλιά τού θαύματος οι νεωκόροι Τάμα σου τάζω! Τάμα! Αντήχησε το χαϊδεμένο κι έταξε μέλι ελάτης Εν σωτηρίω έτει Κάπνισαν μαύρα όλα μαζί τα μανουάλια πυρωμένα Κι άστραψαν οι κιθάρες στεντόρειες χορδές Πάνω στ’ ανδρείκελα που συνωστίζονταν Πρώτα τραπέζια πίστα κι οι πίσω όρθιοι Τα ίδια όλοι ήθελαν με βουλιμία Να φτιάξουνε κοιλιά Και πρόσωπα λουστραρισμένα Δια χειρός γνωστού χειρούργου Εν σωτηρίω έτει Κανείς δεν είδε τις χορδές που άναψαν Μονάχα ένας στη γωνία που είχε στήσει γιορτή ο σκοτεινός «ορκίσου τη ζωή σου!» ούρλιαξαν οι χορδές και έσπασαν πάνω στους πλαστικούς μαστίγια σήκωσε το ποτήρι: Στου λόγου μου το αληθές οργώνω Τα κομποδέματα του μύθου σπέρνω Στις άγουρες φυτείες μου φυτρώνω Της νύχτας τη βροχή καρποφορώ Εσύ αηδόνι 19/5/07
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Γέμιζαν λάσπες οι λακκούβες των ματιών μας
Βρέχει ασταμάτητα σ’ αυτόν το δρόμο προς τη Βηθλεέμ Φέρνει κουτσαίνοντας κουβέρτες η γυναίκα του παλιού ξενοδοχείου να κοιμηθούμε όπως-όπως να στεγνώσουμε Πάνε τώρα τόσες νύχτες που αριολογούσαμε τις σκέψεις μας να πιάσουμε ένα νεύμα τ’ ουρανού Μα ο άγγελος κρυμμένος άλλοτε σ’ ένα σουβλατζίδικο σκυφτός άλλοτε κλείνοντας βιαστικά την πόρτα του σπιτιού του κι άλλοτε αφηρημένος ψώνιζε στη λαϊκή τα αναγκαία. Πάντα την τελευταία στιγμή με σκούνταγε ο φίλος και τρέχαμε ξοπίσω του λαχανιασμένοι από ελπίδα σε ελπίδα κι από απελπισία σ’ άλλη απελπισία μας έφτασε ως εδώ ο ξιπασμένος χωρίς δραχμή στην τσέπη να πληρώνουμε ό,τι έχουμε ιερό για λίγον ύπνο ακούγοντας πίσω απ’ τον τοίχο τα ποντίκια και στο μυαλό μας ένας λαβύρινθος φωνές κι η Αριάδνη πια γριά να ροχαλίζει «Κοιμήσου τώρα», μου λέει ο φίλος γυρίζοντας πλευρό και μια στιγμή πριν απ’ το βάρος κλείσουν τα μουσκεμένα βλέφαρα μου φάνηκε πως είδα στα μάτια του το βλέμμα εκείνου, του κυνηγημένου. 7/2/07
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
-σαν πρόσωπο ανέτελλε- έμοιαζε άλλοτε Βελλερεφόντης άγουρος
κι η τραγωδία αγέννητη άλλοτε Προμηθέας διωγμένος –σαν πρόσωπο έδυε- να σέρνεται η πίστη πίσω του αλαφιασμένη μέσ’ απ’ τη θάλασσα βουτούσε κι ήτανε ψάρι αστραφτερό –σαν κύμα ανέτελλε- έσβηνε πέρα στους φακούς ανεστραμμένο κιάλι κι όλο μουρμούριζε κάτι που έλαμπε κι αναρριχόταν μόνος στις σκοτεινές πηγές και τα κρεβάτια ασθενής –σαν κρίμα έδυε- γυμνός τώρα σφαζόταν τώρα σκότωνε κι ακολουθούσε τη γραμμή του εκτροχιασμού το τραίνο πάντα σφύριζε ωστόσο εκείνη την ανάλαφρη στροφή που τραγουδούσε στην καλή του επιστρέφοντας κι αρπάζονταν στους κήπους τα πουλιά με τα φαντάσματα –σαν άνεμος ανέτελλε- κι έπεφταν μ’ αλεξίπτωτα οι τελευταίοι πολεμιστές να παραδώσουν δέντρα στους βομβαρδισμένους νεογνά μέσ’ απ’ την καταιγίδα έριχνε μια κλεφτή ματιά και έσπαγε –σαν μελωδία έδυε- απ’ τα βουνά που κουβαλούσε και ρίζωνε στα γκράφιτι –ανέτελλε Θησέας- και στους clochars των Αθηνών μηρύκαζε χρησμούς γλιστρούσε ανάμεσα στα δάχτυλά του ένα στριφτό τσιγάρο από παλιούς καπνούς να μην τον πάρουν δάκρυα και φύγουν μακριά –Ιάσων έδυε – πριν το ταξίδι στριφογύριζε στα μπλε-ρουά σκεπάσματα δενόταν μοναχός στα κύματα και τiς αυγές ξεσπούσε ανίκητος παρασυρμένος από φοβερές νηστείες θανάτου χτυπούσε το σώμα της νεκρής επάνω στα παντζούρια –σαν πυρετός ανέτελλε- μετανιωμένος κι έτρεχε μέσ’ στη νύχτα να βρει ν’ αχνίζει θηλυκό ψωμί που έκαιγε σε φούρνο πρωινό σουσάμι άνοιξε –σαν λάθος έδυε- γινόταν μάγος –σαν έρωτας ανέτελλε- πνοή πάνω στο τζάμι και σκόρπια κελαηδίσματα ξυπνούσε νέος να παίξει πάλι με τους βώλους τους κρυστάλλινους και την κρατούσε σαν Σαλώμη απ’ τ’ απαλό φουστάνι πριν χαθεί στο πάντα –άνθρωπος έδυε- τότε που αυτή τον αγαπούσε ως το θάνατο παντού –μύθος ανέτελλε. 8/4/09
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Ζευγάρωνε πουλιά μες στην καρδιά του
Τις νύχτες τα λεφτέρωνε κρυφά ο φοβισμένος Προσκυνητές σ’ αόρατες ερήμους τα προόριζε Γι’ αθέατους θεούς που μόνο εκείνος γνώριζε -Φαντασιόπληκτος απ’ τους ανέμους- Ανήσυχα κοιμόταν μες στις εκκολάψεις Προσμένοντας πάντα το αυγό της άλλης μέρας -Μιας άλλης μέρας πάντα- Κι έβρισκε καταφύγιο στα φαντάσματα που γύριζαν κοντά του ζητώντας προστασία απ’ το ανελέητο του μέλλοντος Παρελθόν αυτός με τα φτερά του κολλημένα στα πλευρά, ατροφικά ακόμα, τ’ αγκάλιαζε στου φαύλου κύκλου του την ειρωνεία -Αυτός ο φοβισμένος των ανέμων- 21/5/06
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Κατρακυλάς στον θάνατο ασταμάτητα.
Από ποια μάγια ν’ αρπαχτείς Που κάτω από τα πόδια σου η σάρα των ανθρώπων Ένα κλαδί από μύθο μια στιγμή πάνω από το κενό να μετεωριστείς Πριν διαλυθείς στο ουρλιαχτό σου (Και μη νομίζεις πως δεν ξέρει όλων των αστεριών τις λάμψεις, τις περιστροφές και τις εκλείψεις του φωτός τις αναπόφευκτες που δένουν το στερέωμα σφιχτά και το νερό στ’ αυλάκι έχει δει να τρέχει γαργαλώντας της γης την αμασχάλη με τα χόρτα και να γυρίζει θέλοντας και μη στο βουερό ποτάμι πριν μοναχό του εξαντληθεί από μανία στροφής κι όλον τον μόχθο έχει δει να πήζει πίκρα στου πατέρα του το χέρι και στο σφιγμένο στόμα η αντοχή της μάννας του να ‘χει τραβήξει μια παύλα οριστική και αμετάκλητη. Όλα τα ξέρει, μη νομίζεις, της νομοτέλειας τα βάναυσα Μα ίσα-ίσα είναι γι’ αυτό που πάει ανάστροφα υποσκάπτοντας Με κρούσεις ρυθμικές βία στη βία). Όλοι χαροπαλεύουμε εκ γενετής Τουλάχιστον ας έχει ο καθένας την πτώση που αξίζει 21/1/06 - 1/07
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Βαθούλωσε η σάρκα
Κι ανακατεύτηκε το μέσα με το έξω Σκόρπιες εικόνες απότομα χαμένες Σε μια κηλίδα της ματιάς Σπασμένα βλέφαρα Που τρέμουν τρεις λευκές χαράδρες Πόλεμος, πείνα, θάνατος Γερόντισσα κι ας σπαρταράει Το αίμα στην ανάσα της Είναι που πιο βαθύ ριζώνει Και πληγώνει Του τέλους η πνοή Ραπίσματα από μέλλον που δεν ήρθε Στο κυρτωμένο μάγουλο Εκείνο που την εγκατέλειψε Με μια ευχή στο χέρι Ούτε μαντήλι πρόλαβε να πει Μη με ξεχάσεις Ριγμένα άρον-άρον όλα σ’ ένα φορτηγό Ν’ αλλάζει πόλεις και ανθρώπους να γυρεύει Εκείνο που της έφευγε σε κάθε προορισμό Ζάρωσε μέσα της η προσδοκία ρυτίδα Και μετάνοια «Ζωή που δεν σε πρόλαβα Μόνο με νυφικό σε είδα Να ξεμακραίνεις σ’ αρμυρό νερό λευκή Με τα λευκά μαλλιά μου σε θυμάμαι Ν’ ανεμίζεις θρίαμβο και θλίψη Καθώς σ’ ακολουθούσαν πάντα τα πουλιά Ακόμη κάτι στη σπασμένη σκέψη μου χρυσίζει Η βέρα μου που πριν με συναντήσεις στο ιερό Έλυνε κι έδενε τους κύκλους σου ταξίδι Έριχνε μάγια στον τυφλό εχθρό Έγραφε κι έσβηνε τον άσπρο ουρανό Εδώ κι αυτή Στης σάρκας τις λακκούβες μου βουλιάζει Νυστάζω πια Και η ψυχή μου ανακατεύτηκε Με τ’ άσπρα μου μαλλιά» 5/1/07 ~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
Κάθε μέρα μια καινούρια απειλή
Τρέχει τ’ αθάνατο νερό της οικουμένης μα πώς να πλύνει τόσους ήλιους από τόση ομίχλη; Ένα κορίτσι γδύνεται την μάσκα των δακρύων και αναβλύζει θάλασσα απ’ το πρόσωπο που μέσα της το πνίγει. Ξερονήσι ετούτο το σημείο το χωρίς επιστροφή απ’ όπου βλέπεις πια τόσο κοντά τα ερείπια της νέας πόλης Μια ανεμόδαρτη φωνή ξεκούρδιστη έρχεται – χάνεται χλωμή μέσα στους ανεμόμυλους Κι ένα τρυγόνι πίσω από το κοπάδι ξέμεινε πάνω στην κεραία Ταξίδεψαν οι τόποι Δεν έχει τόπο Πώς να το στήσω αυτό το σύννεφο στα ξύλινά του πόδια; Κάθε μέρα μια καινούρια απειλή που κάθε βράδυ σε σκοτώνει Κι αυτός που τραγουδούσε πάντα τα βαθιά νερά χαμένος μες στην άμμο Το πιο παράξενο πως ό,τι μένει τελικά ύστερ’ απ’ όλα είναι εκείνο εκεί το πλουμιστό κουρέλι στο σύρμα κρεμασμένο ν’ αντέχει στους ανέμους -ζωής μνημείο; ή θανάτου;- Τι να πω; Είναι τόσο λίγα αυτά που μπορεί να πει κανείς που φτάνει να είναι ίδιες η σιωπή κι η φλυαρία όταν κοιτάζεις τη θάλασσα Ζάκυνθος, 10/2/04
~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
|