Agrinio-Culture

Επικοινωνία

Στείλε τη δική σου άποψη στο Agrinio-Culture : agrinioculture@yahoo.gr

Aγρίνιο-Exodos

Aγρίνιο-Exodos
Προτάσεις για την exodo στο Αγρίνιο
Events, εκδηλώσεις, θέατρο, σινεμά, μουσική.



stat counter

Ιστορία

Η αρχαία πόλη του Αγρινίου βρίσκεται 3 με 5 χιλιόμετρα ΒΔ της νεότερης πόλης. Οι ανασκαφές στην αρχαία πόλη έγιναν την περίοδο 1927-1928, και βρέθηκαν όστρακα και αιτωλικά νομίσματα. Το Αγρίνιο, κατά την παράδοση, οφείλει την ονομασία του στον Άγριο, γιο του βασιλιά των Καλυδωνίων και Πλευρωνίων Παρθέως, είναι όμως δυνατό να συσχετισθεί ετυμολογικά προς τον αρχαίο Αιτωλικό λαό των Αγραίων, που αναφέρεται από τον Θουκυδίδη, τον Στράβωνα και άλλους συγγραφείς. Το Αγρίνιο ήταν μία από τις τρεις αξιόλογες πόλεις της περιοχής μαζί με τη Στράτο και τη Σαυρία. Κατά τον 4ο π.χ. αιώνα η Αιτωλία αποτελούσε κέντρο αντιδράσεως κατά των Μακεδόνων, ενώ οξύτατες αντιθέσεις χώριζαν τους Αιτωλούς από τους Ακαρνάνες. Τις αντιθέσεις αυτές εκμεταλλεύτηκε ο Κάσσανδρος. Με την υποκίνησή του οι Ακαρνάνες κατέλαβαν το Αγρίνιο το 321 π.χ. και οι Μακεδόνες ενίσχυσαν την άμυνα της πόλης, εγκαθιστώντας σ΄ αυτήν Δωριείς με αρχηγό τον στρατηγό Λυκίσκο. Όταν ο Κάσσανδρος αποχώρησε από την Αιτωλία το 314 π.χ, οι Αιτωλοί πολιόρκησαν το Αγρίνιο και οι Ακαρνάνες δέχτηκαν να το εγκαταλείψουν, με τη συμφωνία να τους σεβαστούν οι πολιορκητές. Οι Αιτωλοί όμως παραβιάζοντας τις συνθήκες κατέσφαξαν τους Ακαρνάνες και το γεγονός αυτό υπήρξε αφορμή να καταστραφεί αμέσως ολοκληρωτικά το Αγρίνιο από το γιο του Κασσάνδρου Φίλιππο Γ΄. Το Αγρίνιο έπαψε από τότε να μνημονεύεται και μόλις κατά τον 12ο αιώνα κοντά στη θέση της αρχαίας πόλης δημιουργήθηκε ένας νέος οικισμός, η Μεγάλη Χώρα με ποιμενικό και γεωργικό χαρακτήρα. Στην ίδια περιοχή εμφανίστηκε κατά τον 13ο αιώνα το Βραχώρι, που κατά την επικρατέστερη ετυμολογία προέρχεται από τη λέξη Βλοχοχώρι επειδή οι κάτοικοι που εγκαταστάθηκαν σ΄ αυτό ήταν από την περιφέρεια του Βλοχού. Το Βραχώρι με το Αγγελόκαστρο και τη Ναύπακτο παραχωρήθηκαν από τον δεσπότη της Ηπείρου Νικηφόρο ως προίκα στην κόρη του, το 1294. Κατά τον 14ο αιώνα το Βραχώρι ανήκε στην σφαίρα επιρροής της Σερβίας. Tο 1405 το Βραχώρι, το Αγγελόκαστρο και άλλοι οικισμοί προσαρτήθηκε στις κτίσεις του Κάρολου Α΄ Τόκκου και από τότε ονομάστηκε Κάρλελι. Λόγω της θέσης του το Βραχώρι κατά την κατάκτηση της Δυτικής Ελλάδας από τους Τούρκους, δοκιμάστηκε εξαιτίας πολεμικών γεγονότων. Η πρώτη καταστροφή του Βραχωρίου μνημονεύεται το 1585 κατά την καταστολή επανάστασης των: Θεόδωρου Γρίβα και Γκίνου Μπουά. Το 1611 η καταστολή του κινήματος που είχε οργανώσει ο Μητροπολίτης Διονύσιος ο Φιλόσοφος είχε αντίκτυπο το Βραχώρι. Το 1684 κατά τη διάρκεια τουρκοβενετικού πολέμου, βενετικά στρατεύματα αποβιβάστηκαν στον Αστακό, προχώρησαν στο εσωτερικό και κατέστρεψαν τα χωριά Ζαπάντι, Βραχώρι, Καλύβια και Αγγελόκαστρο. Το Βραχώρι εκτός από τη στρατιωτική του σημασία για τους Τούρκους ήταν και αξιόλογο διοικητικό κέντρο. Τον 17ο αιώνα ήταν πρωτεύουσα μιας από τις έξι επαρχίες της περιοχής και κατά το 1667, το Βραχώρι είχε τότε περίπου 1500 κατοίκους. Στα τελευταία 30 χρόνια της Τουρκοκρατίας το Βραχώρι, όπως σχεδόν όλη η Δυτική Ελλάδα, υπάγονταν στον Αλή Πασά των Ιωαννίνων. Μετά το ξέσπασμα της επανάστασης η πόλη απελευθερώθηκε στις 11 Ιουνίου 1821. Την απελευθέρωσή της πέτυχαν οι δυνάμεις των Βλαχόπουλου, Μακρή, Σαδήμα, Γρίβα και άλλων οπλαρχηγών. Μετά την απελευθέρωσή του το Βραχώρι παρουσίασε αξιόλογη δραστηριότητα. Το Φεβρουάριο του 1822 έγινε έδρα διοικήσεως, ως το Σεπτέμβριο του ίδιου χρόνου οπότε το κατέλαβαν οι δυνάμεις του Ομέρ Βρυώνη και του Ρεσίτ Κιουταχή. Μετά την ίδρυση του Ελληνικού Κράτους το Βραχώρι ξαναπήρε την αρχαία ονομασία του και το 1853 ιδρύθηκε ο δήμος Αγρινίου. Tα τέλη του 19ου - αρχές 20ου αιώνα, οι Αγρινιώτες στράφηκαν μαζικά στην καλλιέργεια του καπνού. Χτίστηκαν τεράστιες αποθήκες και εργοστάσια επεξεργασίας του καπνού, με κυριότερες αυτές των οικογενειών Παπαστράτου, Παπαπέτρου και Παναγόπουλου. Μετά την Μικρασιατική καταστροφή πλήθος προσφύγων έφτασαν στην πόλη και εγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Αγίου Κωνσταντίνου ενώ μεγάλη μετακίνηση πληθυσμών είχαμε και από την Ήπειρο και την Ευρυτανία. Σήμερα μαζί με την Πάτρα και τα Ιωάννινα αποτελεί ένα από τα 3 μεγαλύτερα αστικά κέντρα στο δυτικό τμήμα της χώρας.

________________________________________________________________________

Η Αιτωλοακαρνανία είναι ένας από τους πενήντα ένα νομούς της Ελλάδας. Βρίσκεται στο δυτικό μέρος της Ελλάδας. Ο νομός είναι μια ένωση της Αιτωλίας και της Ακαρνανίας. Πρωτεύουσά της είναι για ιστορικούς λόγους το Μεσολόγγι και μεγαλύτερη πόλη και οικονομικό κέντρο το Αγρίνιο. Άλλες σημαντικές πόλεις είναι η Ναύπακτος, το Αιτωλικό, η Αμφιλοχία, η Βόνιτσα, ο Αστακός και το Θέρμο. Η περιοχή είναι συνδεδεμένη από το 2004 με την Πελοπόννησο μέσω της γέφυρας Ρίου-Αντιρρίου, ενώ συνεχίζει να λειτουργεί. Οι νομοί που την περιβάλλουν είναι αυτοί της Άρτας στην Ήπειρο, της Ευρυτανίας στα βορειοανατολικά και της Φωκίδας στα ανατολικά. Τα σημαντικότερα λιμάνια του νομού είναι τα λιμάνια του Αστακού, της Ναυπάκτου, της Αμφιλοχίας και της Βόνιτσας. Είναι ο μεγαλύτερος νομός στην Ελλάδα. Το ορεινό στοιχείο κυριαρχεί στο νομό. Τα νοτιοδυτικά παράλια χαρακτηρίζονται απ' την παρουσία λιμνοθαλασσών, με γνωστότερες αυτές του Μεσολογγίου και του Αιτωλικού. Ο επιμηκέστερος και κύριος ποταμός είναι ο Αχελώος ο οποίος καταλήγει σε δέλτα στα νοτιοδυτικά, ενώ η μεγαλύτερη λίμνη η Τριχωνίδα, η οποία είναι και η μεγαλύτερη λίμνη της Ελλάδας (97 τ.χ.). Στο Νομό υπάρχουν και οι λίμνες: Αμβρακία, Λυσιμαχία, Οζερός και οι τεχνητές λίμνες του Καστρακίου, των Κρεμαστών και Στράτου. Εκτός του Αχελώου, το Νομό διαρρέουν και οι ποταμοί: Εύηνος, Ίναχος και Μόρνος (στα σύνορα με το νομό Φωκίδας κατά την αρχαιότητα έφερε το όνομα Δάφνος). Τα βουνά της Αιτωλοακαρνανίας περιλαμβάνουν το Παναιτωλικό στα βορειοανατολικά, Ακαρνανικά όρη στα δυτικά, Βορειοδυτικά τα Όρη Βάλτου, στα νότια το όρος Αράκυνθος, Νοτιοανατολικά τα Όρη Ναυπακτίας γνωστά και ως Κράβαρα και τέλος ανάμεσα στα Ναυπάκτια Όρη και το Παναιτωλικό Όρος και χωρίς να διακόπτεται ο ορεινός όγκος βρίσκονται τα Όρη Λιδωρικίου.
Ιστορικά στοιχεία:
Ολόκληρος ο χώρος της Αιτωλίας και Ακαρνανίας είναι κατοικημένος τουλάχιστο από την Παλαιολιθική εποχή, όπως μαρτυρούν τα εργαλεία από πυριτόλιθο που ανακαλύπτονται κύρια στις παραλίμνιες και παραποτάμιες περιοχές. Η ζωή συνεχίστηκε και κατά την Νεολιθική εποχή όπως μαρτυρούν λίθινα εργαλεία αλλά και σπήλαια με νεολιθική κεραμική. Στο Αρχαιολογικό Μουσείο Αγρινίου εκτίθενται νεολιθικά ευρήματα από σπήλαια της Ακαρνανίας (Αγίου Νικολάου Αστακού και Βιρίνας Αρχοντοχωρίου).Οι πρώτοι δημιούργησαν τον Αιτωλικό μυθολογικό κύκλο, με σπουδαιότερο ήρωα τον Μελέαγρο, τόσο γνωστό από το περίφημο επεισόδιο Καλυδώνιου κάπρου. Από τις θεότητες λάτρεψαν κυρίως τον Απόλλωνα, - Θέρμιος Απόλλων, την Άρτεμη, -Άρτεμις Λαφρία-, αλλά και τον Ασκληπιό, όπως συνάγεται από την πρόσφατη ανακάλυψη Ασκληπιείου (Γαβαλού Μακρυνείας).Οι Ακαρνάνες λάτρεψαν κυρίως τον Δία, όπως μαρτυρούν τα εντυπωσιακά ερείπια του Στρατίου Διός στη Στράτο και του Διός Καραού στον Αστακό.Επίσης τιμούσαν τον Απόλλωνα, του οποίου υπήρχε ναός στο Άκτιο όπου τελούνταν γυμνικοί αγώνες, τα Άκτια, και στην Αλυζία, όπου του είχαν αφιερωμένο τέμενος και τον προσονόμαζαν Λόξιον. Λάτρευαν επίσης τον Ασκληπιό και την Υγεία, όπως μαρτυρεί το περίφημο ανάγλυφο στο Καστρί, τον Ηρακλή και τον Αχελώο. Ο μεγάλος ποταμός εικονίζεται σε νομίσματα και ειδώλια, άλλοτε σαν δράκοντας και άλλοτε σαν ταύρος, με ανθρώπινη κεφαλή, γενειοφόρος και κερασφόρος και στις δύο παραστάσεις. Η πεδινή ζώνη μεταξύ του Εύηνου και του Αχελώου, όπως μας πληροφορεί ο Όμηρος, ήταν η Μυκηναϊκή Αιτωλία. Οι δύο σπουδαιότερες πόλεις ήταν η Πλευρώνα και η Καλυδώνα, τα δύο κοσμήματα της Ελλάδας κατά τον Στράβωνα. Οι Καλυδώνιοι και οι Πλευρώνιοι έλαβαν μέρος στον Τρωικό πόλεμο με 40 καράβια, έχοντας αρχηγό τον Θόα, γιο του βασιλεία της Πλευρώνας Ανδραίμονα (Ιλιάδα Β 638), ενώ Μυκηναϊκοί τάφοι έχουν βρεθεί σε πολλές θέσεις, τόσο στην Αιτωλία όσο και στην Ακαρνανία. Στην διάρκεια του Πελοποννησιακού πολέμου οι δύο συγκάτοικοι στις όχθες του Αχελώου βρίσκονται αντιμέτωποι, οι μεν Ακαρνάνες σαν φίλοι των Αθηναίων, οι δε Αιτωλοί ως σύμμαχοι του Πελοποννησιακού συνασπισμού. Ο Αθηναίος στρατηγός Δημοσθένης εισέβαλε στην Αιτωλία το 426 π.Χ., ενώ μετά την λήξη του πολέμου ο Σπαρτιάτης βασιλιάς Αγησίλαος το 389 π.Χ. εισέβαλε αιφνιδιαστικά στην Ακαρνανία. Μέσα σε αυτές τις συνθήκες δημιουργήθηκε το απύθμενο μίσος μεταξύ των δύο πλευρών. Με την επιβολή της ειρήνης της Κορίνθου από τον Φίλιππο και κατά την διάρκεια της εκστρατείας του Αλέξανδρου στην Ασία, στην οποία έλαβαν μέρος Αιτωλοί και Ακαρνάνες με επιφανέστερο τον Φίλιππο τον Ακαρνάνα, προσωπικό γιατρό του Αλέξανδρου, επικρατούσε ησυχία και ειρήνη. Μετά το θάνατο του Αλεξάνδρου το 323 π.Χ. ,ξέσπασε επανάσταση των Αθηναίων και των Αιτωλών κατά των Μακεδόνων, γνωστότερη ως Λαμιακός πόλεμος , που οδήγησε στην τελική νίκη των Μακεδόνων του Αντιπάτρου. Ο Λαμιακός πόλεμος σημάδεψε την εμφάνιση στο προσκήνιο της ελληνικής ιστορίας του Κοινού των Αιτωλών ή αλλιώς Αιτωλικής Συμπολιτείας. Η έννοια του κοινού εμφανίζεται για πρώτη φορά σε γραπτή πηγή το 389 π.Χ , όταν ο Αγησίλαος έστειλε επιστολή στο Κοινό των Ακαρνάνων στη Στράτο(Ξεν. Ελληνικά 4,6). Λίγο αργότερα πρέπει να δημιουργήθηκε και το κοινό των Αιτωλών με έδρα το θρησκευτικό Ιερό τους , το τέμενος του Θέρμιου Απόλλωνα , δίπλα στη σημερινή ομώνυμη πόλη. Ο Θέρμιος Απόλλων ήταν ο μόνος και στέρεος δεσμός όλων των Αιτωλών και η ακρόπολη της πολιτικής τους ιστορίας. Κανένα άλλο παρόμοιο δείγμα θρησκευτικού ιερού δεν έχει τόση συνέχεια παρουσίας. Στην συγκέντρωση των πολιτών του Κοινού εκλέγονταν ο Στρατηγός με ετήσια και μη ανανεώσιμη θητεία καθώς και οι υπόλοιποι άρχοντες του Κοινού. Η δομή της οργάνωσης του Αιτωλικού Κοινού ήταν κάτι νέο και πρωτοποριακό στη διακυβέρνηση των κρατών πέρα από το πρότυπο των ανατολικών βασιλείων των Διαδόχων και το ανάλογο μοντέλο πόλης-κράτους. Το Κοινό των Αιτωλών καθιερώθηκε στον πίνακα των μεγάλων δυνάμεων της εποχής μετά την επιτυχημένη απόκρουση της Γαλατικής επιδρομής το 278 π.Χ. στη μάχη των Κοκκαλιών και τη σωτηρία του Ιερού του Απόλλωνα στους Δελφούς , το οποίο αργότερα περιέλαβαν στην επικράτειά τους . Στους Δελφούς, μετά την περιφανή νίκη τους, πίσω από τον Ναό του Απόλλωνα ανήγειραν μεγάλη Στοά όπου αφιέρωσαν πλήθος λάφύρων. Το Ιερό για 107 χρόνια διοικήθηκε από τους Αιτωλούς , ενώ τελούνταν ειδική γιορτή , τα Σωτήρια σε ανάμνηση της νίκης τους. Δυστυχώς , η όξυνση των παθών και η διχόνοια των Ελλήνων , επέτρεψαν την ενεργό ανάμειξη των Ρωμαίων . Η αντίθεση των Αιτωλών προς τους φιλομακεδόνες Ακαρνάνες , τους οδήγησε στην υπογραφή του Αιτωλορωμαϊκού Συμφώνου , το 212 π.Χ. Η υποδούλωση ήταν πλέον ζήτημα χρόνου. Η ήττα του Φιλίππου Ε΄ το 197 π.Χ. στις Κυνός Κεφαλές από τους Ρωμαίους και τους Αιτωλούς , και του τελευταίου Μακεδόνα βασιλιά Περσέα το 146 π.Χ. στην Πύνδα , μετέτρεψαν την Ελλάδα σε ρωμαϊκή επαρχία. Η Αιτωλοακαρνανία αποτέλεσε αναπόσπαστο μέρος της Βυζαντινής Αυτοκρατορίας από τον 4ο μέχρι τον 12ο μεταχριστιανικό αιώνα. Λόγω της γεωγραφικής της θέσης άλλοτε έπαιξε σημαντικό ρόλο στα πολιτιστικά ή εκκλησιαστικά ζητήματα και άλλοτε περιοριζόταν σε ρόλο περιθωριακό ή ασήμαντο. Στην βυζαντινή εποχή ο όρος Αιτωλία περιελάμβανε την ευρύτερη περιοχή τη Ηπείρου και της Δυτικής Στερεάς. Αντίθετα ο όρος Ακαρνανία περιοριζόταν δυτικά του Αχελώου ως την Άρτα. Τον 8ο αιώνα η περιοχή υπαγόταν στο Θέμα Ελλάδος με έδρα τη Θήβα. Στην πρωτοχριστιανική εποχή, φαίνεται ότι υπήρχε μεγάλη ανάπτυξη και εξάπλωση των χριστιανικών κοινοτήτων στην περιοχή. Με το πέρασμα του χρόνου και την επίσημη πλέον κάλυψη της Πολιτείας (312 π.Χ.) οι χριστιανικές κοινότητες χτίζουν μεγαλοπρεπείς ναούς στο γνωστό τύπο της τρίκλιτης βασιλικής. Στην Αιτωλοακαρνανία έχει αποκαλυφθεί ένας σημαντικός αριθμός παλαιοχριστιανικών βασιλικών, είτε σε ερειπιώδη μορφή, είτε σαν πρότερη φάση βυζαντινών και μεταβυζαντινών ναών. Ένας αριθμός βασιλικών έχει έρθει στο φως, είτε κατά τη διάρκεια ανασκαφών, σωστικών ή προγραμματισμένων , είτε κατά τη διάρκεια οικοδομικών εργασιών, κυρίως στη Ναύπακτο. Σημαντικότερες είναι οι βασιλικές της Ναυπάκτου , της Φοινικιάς Μεσολογγίου, της Κάτω Βασιλικής και της Αγίας Σοφίας Μύτικα και οι όρθιες, αν και συρρικνωμένες στο μεσαίο κλίτος, βασιλικές του Αγίου Γεωργίου Ευηνοχωρίου, της Επισκοπής Μάστρου , του Κάστρου της Παραβόλας και της Μεγάλης Χώρας Αγρινίου.Η Ακαρνανία υπαγόταν στη Μητρόπολη Νικοπόλεως , ενώ η Αιτωλία αποτελούσε την επισκοπή Ναυπάκτου που ανήκε στη Μητρόπολη Κορίνθου. Ιδιαίτερης σημασίας ιστορικές πηγές για την περιοχή είναι ο Βίος του Αγίου Βαρβάρου , που ασκήτεψε στο Ξηρόμερο τον 9ο αιώνα, και η περιγραφή της κατάστασης από τον Ευθύμιο Τορνίτη τον 12ο αιώνα. Ελάχιστες εξάλλου είναι οι πληροφορίες από επιγραφές , σιγίλλια , έγγραφα και ενθυμήσεις χειρογράφων ή περιηγητών. Τον 13ο αιώνα η περιοχή προσαρτήθηκε στο λεγόμενο Δεσποτάτο της Ηπείρου. Παρ΄όλα αυτά αποτέλεσε θέατρο μαχών Ηπειρωτών Δεσποτών, Λατίνων ηγεμόνων, Σέρβων και Αλβανών πολεμάρχων. Λίγο νωρίτερα, χρονολογούνται και τα πρώτα σπαράγματα από την ιστόρηση ναών, όπως στο Καθολικό της Μυρτιάς και οι εκκλησίες της Βαράσοβας που εντάσσουν την περιοχή στην καλλιτεχνική ανάπτυξη της εποχής. Το ρεύμα αυτό απαντάται και στο αντιγραφικό εργαστήριο του Αγίου Νικολάου Κρεμαστού στον Αράκυνθου και υποδηλώνει τις άφθονες δυνάμεις της Δυτικής Ελλάδας, οι οποίες στήριξαν κατόπιν το Δεσποτάτο της Ηπείρου, μετά την πτώση της Πόλης στους Σταυροφόρους , και αποτέλεσαν τη ζύμη για τη διαμόρφωση του νεοελληνικού Έθνους. Ο μητροπολιτικός θρόνος της Ναυπάκτου κατεχόταν από επιφανείς λόγιους, όπως ο χρονογράφος Κωνσταντίνος Μανασσής και ο νομομαθής Ιωάννης Απόκαυκος (1182-1232). Προχωρώντας στον 13ο αιώνα βλέπουμε την επίδραση της παλαιολόγειας τέχνης σε μνημεία της περιοχής. (Άγιος Ανδρέας των Χαλκιοπούλων στο Βάλτο , Άγιοι Απόστολοι της Νερομάνας , Ελεούσα Άνω Μυρτιάς). Στον ναό των Αγίων Αποστόλων της Νερομάνας κυρίως , αλλά και νωρίτερα στο χωριό Χαλκιόπουλοι η τέχνη της επαρχιακής Αιτωλοακαρνανίας αγγίζει τη μεγάλη τέχνη των αστικών κέντρων.Περί το 1450 η Δυτική Στερεά , κατακτήθηκε από τους Τούρκους . Το 1460 παραδόθηκε το τελευταίο οχυρό της Αιτωλικής ενδοχώρας , το Αγγελόκαστρο. Στην διάρκεια της Τουρκοκρατίας η περιοχή ονομαζόταν Κάρλελι , από τους Καρόλους Τόκους , της Κεφαλλονιάς. Η περιοχή της Ναύπακτου ονομαζόταν Βενέτικο, επειδή ως το 1499 ήταν ενετική κτήση (Α΄ Ενετοκρατία). Στην διάρκεια των ενετοτουρκικών πολέμων η καταδυνάστευση συνεχίστηκε από τις επιχειρήσεις των εμπόλεμων και τις ξαφνικές επιδρομές των πειρατών. Στα μνημεία του χώρου και ιδιαίτερα στη Μονή Μυρτιάς , έχουμε μπροστά μας ένα πανόραμα της μεταβυζαντινής ζωγραφικής τέχνης και όλες τις ¨ Σχολές της την Κρητική , την Ηπειρωτική και τη λαϊκή τεχνοτροπία του 17ου και 18ου αιώνα ¨. Ο αναχωρητισμός γνωρίζει έξαρση, Πλήθος μονών ιδρύονται. Ενώ τα προσκτίσματα και τα κελιά ακολουθούν τύπους της κοσμικής λαϊκής τέχνης τα κέντρα των μονών , τα ¨Καθολικά¨, προσπαθώντας να τηρήσουν τη Βυζαντινή ναοδομική παράδοση , μέσα σε δύσκολες οικονομικές συνθήκες, δημιουργούν νέους τύπους. Οι Βενετοί κάνουν αισθητή την παρουσία τους με οχυρωματικά έργα , που υποδουλώνουν το χαρακτήρα της παρουσίας στον χώρο, κυρίως στην παραλιακή ζώνη. Με την τελική επικράτηση των Τούρκων η περιοχή οργανώθηκε στο Σαντζάκιτου Κάρλελι με έδρα πρώτα το Αγγελόκαστρο και έπειτα το Βραχώρι (σημερινό Αγρίνιο). Κατά τα μέσα του 16ου αιώνα δημιουργούνται τα αρματολίκια Βάλτου και Ξηρομέρου και στα τέλη περίπου του 18ου αιώνα αντίστοιχα του Βλοχού, του Απόκουρου, του Ζυγού και των Κραβάρων. Την ίδια περίοδο ανδρώνεται το κίνημα της κλεφτουριάς. Το 1770 στα Ορλωφικά συμμετέχει όλη σχεδόν η περιοχή εκτός από το Βενέτικο. Ο στόλος του Μεσολογγίου καταστρέφεται για αντίποινα ενώ οι Γριβαίοι καπετάνιοι της Βόνιτσας , ¨πίπτουν μέχρι ενός¨ κοντά στο Αγγελόκαστρο. Η Επανάσταση του Εικοσιένα άργησε να ξεσπάσει στην Αιτωλοακαρνανία λόγω της παρουσίας ισχυρού τουρκικού στρατού στα Γιάννενα. Στις 5 Μαΐου ο Δημήτριος Μακρής ,καπετάνιος του Ζυγού ,κτύπησε στο Περιθώρι τουρκικό απόσπασμα.
 Η επανάσταση επισπεύδεται,  το Μεσολόγγι ξεσηκώνεται στις 20 Μαΐου του 1821 με την εμφάνιση του Ελληνικού στόλου στα ανοικτά και οι οπλαρχηγοί Γεώργιος Βαρνακιώτης . Θεόδωρος Γρίβας, Αλεξάκης Βλαχόπουλος , Ανδρέας Στάικος , Σωτ. Γκοτζαμάνης και Γιώτης Βαρνακιώτης πολιόρκησαν το Βραχώρι ,τη έδρα του Σαντζακιού που τελικά καταλήφθηκε στις 11 Ιουνίου 1821. Η στρατηγική σημασία της Αιτωλοακαρνανίας για τη δια τήρηση της Επανάστασης στη Δυτική Ελλάδα και την ασφάλεια της Πελοποννήσου την φέρνουν στο προσκήνιο κάθε φορά. Το 1822 η εισβολή του Κιουταχή και του Ομέρ Βρυώνη , παρά τη νίκη του Γ.Βαρνακιώτη και του Θ.Γρίβα στον Αετό, κορυφώνεται με την πολιορκία του Μεσολογγίου. Η αποτυχία της εκστρατείας αυτής ολοκληρώνεται στη μάχη του Αγίου Βλασίου με τη νίκη του Γ.Καραϊσκάκη. Το 1823 οι Τουρκαλβανοί προσπαθούν να κατέλθουν και πάλι στην Δυτική Στερεά από την Ευρυτανία με τον πάσα της Σκόρδας. Στην μάχη του Κεφαλόβρυσου σκοτώθηκε ο Μάρκος Μπότσαρης που τάφηκε στο Μεσολόγγι. Η ίδια στρατιά (του Τζελαλεντίν Μπέη) πολιόρκησε αργότερα δίχως επιτυχία το Αιτωλικό με τη σύμπραξη του Ομέρ Βρυώνη . Τον Απρίλιο του 1825 ξεκίνησε από τη στρατιά του Κιουταχή η πολιορκία του Μεσολογγίου , τελευταίου οχυρού της Επανάστασης στη Στερεά Ελλάδα. Αργότερα ο Κιουταχής ενισχύθηκε από τον Ιμπραήμ της Αιγύπτου.
Η πτώση της πόλης με την Έξοδο της Φρουράς, στις 10 Απριλίου του 1826, έσβησε στην ουσία τη φλόγα της Επανάστασης.